Ψωμί, παιδεία, ελευθερία. Βασικές αρχές για τις οποίες δικαίως πάλεψε η επονομαζόμενη γενιά του Πολυτεχνείου. Άσχετα με το γιατί και πώς κατέρρευσε μετά η όλη προσπάθεια, οι βασικές αρχές ήταν σωστές και αυτονόητες. Σήμερα όμως υπάρχει μία γενικότερη σύγχυση, που εντοπίζεται σε δύο ουσιαστικά ερωτήματα: ποιος μένει να παλεύει πια, κι όποιος παλεύει για ποιες αξίες παλεύει;

Στην περίπτωση της Ελλάδας, ο συνδικαλισμός και οι κροκόδειλοι που χοντροκάθονται σε θέσεις εξουσίας έχουνε ροκανίσει πια τα πάντα. Εδώ έχουμε να κάνουμε, όχι απλά με τον εκμηδενισμό αυτονόητων αξιών που απαιτούσε η γενιά του '74, μα πλέον με την απαγόρευση πρόσβασης ακόμα και σε βασικά αγαθά επιβίωσης. Την όποια τάση για πάλη αντιμάχεται ένα οργανωμένο μέτωπο που φράζει την όποια αρτηρία σύνδεσης κι οργάνωσης από τα κάτω. 

Μα και εάν εστιάσουμε σε παγκόσμιο επίπεδο, που φαινομενικά υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία απ' όσο στη μνημονιοκρατούμενη Ελλάδα, φαίνεται πως ο κόσμος γίνεται δέσμιος μιας αυταπάτης που καλλιεργείται από το σύστημα εκπαίδευσης ακόμα. Η έλλειψη παιδείας, ενημέρωσης, παρακολούθησης της ιστορίας του κόσμου, έχει ναρκώσει τις νέες γενιές. Τις εκπαιδεύει να καταπίνουνε τα γεγονότα αμάσητα, να θεωρούνε την κατάσταση που βρίσκονται ως status quo και να μη μπορούνε πια να φανταστούν καμία εναλλακτική πραγματικότητα και μέλλον. Ώστε η τάση του ανθρώπου να ελπίζει ότι τα πράγματα κάποια στιγμή θα πάνε προς το καλύτερο τον κάνει να αναζητεί εύκολες προσωρινές διεξόδους σε αντιδράσεις που εστιάζουν στην επιφάνεια και σε πολύ μικρό ορίζοντα, που ικανοποιούνε τα συμπτώματα κι όχι το πρόβλημα αυτό καθαυτό. 

Έτσι, οι σύγχρονες απαιτήσεις των νέων γενιών έχουνε περισσότερο αναχθεί σε first world problems παρά σε απαιτήσεις για βασικές αξίες, δικαιώματα και αγαθά ή σε σκεπτικισμό και επανεξετάσεις της δομής της κοινωνίας. Στοχεύουν κυρίως σε εκρηκτικές στιγμιαίες αντιδράσεις απέναντι σε ό,τι δεν τους φαίνεται πολιτικώς ορθό, και με μια τάση διαρκούς απαίτησης για ακόμα περισσότερη ασφάλεια, ακόμα περισσότερη φροντίδα, απόρροια μιας διαρκώς αυξανόμενης ανασφάλειας που καλλιεργείται συνεχώς στις νέες γενιές από τον υποσυνείδητο αόρατό τους φόβο πως μένουν έγκλειστοι στην ίδια τους την κοινωνία. Κι η ανασφάλεια αυτή ψάχνει διέξοδο σε μία διαρκή αυτοεπιβεβαίωση από τα εργαλεία της κοινωνίας στα οποία ακόμα έχουν πρόσβαση, μήπως κι επαληθεύσουν απ' τη χρήση τους πως έχουν μέσα σε αυτό το σύστημα επιλογές.

H επαναλαμβανόμενη χρήση της έννοιας του πολιτικώς ορθού (politically correctness) έχει συμβάλλει μέγιστα σε αυτό, αντικαθιστώντας πολλές φορές την (επιθετικότερη) έννοια της λογοκρισίας. Οι σύγχρονοι άνθρωποι προτιμούν να αγνοούνε τα προβλήματα του κόσμου, παρά να δέχονται να συζητήσουν πώς θα μπορέσουν να συμβάλλουν στην αντιμετώπισή τους, μήπως και από το διαχωρισμό αυτό νιώσουν μια αναγνώριση πως βρίσκονται απ’ την «καλή πλευρά». Κυρίως, δε, όταν δεν αφορούν τους ίδιους, και όταν οι ίδιοι έχουν τη δύναμη και τα μέσα να το κάνουν (εδώ μια παρένθεση για να εντοπίσουμε κι υποκρισία σε εκείνους που δεν έχουνε τα μέσα και μιλάνε εκ του ασφαλούς, αλλά ας μείνουμε καλύτερα politically correct, σωστά;). Και η έννοια αυτή επικυρώνει τις προθέσεις τους, παίρνει το ρόλο της στοργικής μητέρας τους στην κοινωνία. Ώστε όχι μόνο κάνουν τα στραβά μάτια σε όλα τα προβλήματα τις κοινωνίας τους που άμεσα δεν τους αφορούν, αλλά έχουνε τη βούλα και το επίσημο δικαίωμα να θίγονται αν προσπαθήσεις να τα θέσεις επί τάπητος. Εν τέλει, προτιμούν να αγνοούν ότι υπάρχουνε προβλήματα στον κόσμο εξαρχής.

Κι έτσι, για παράδειγμα, στην Αμερική λειτουργούν τα επονομαζόμενα safe spaces, που λειτουργούν κυρίως σε χώρους εκπαίδευσης και είναι χώροι όπου μπορεί κανείς να υποχωρήσει εάν αισθάνεται άβολα ή θίγεται με ό,τι του ζητείται ή ακούει. Αρχικά, η έννοια του safe space υπονοούσε έναν χώρο ασφάλειας για εκείνους που δεχόντουσαν επίθεση, είτε σεξιστική, είτε ρατσιστική. Τώρα, ωστόσο, η τάση αυτή τείνει να μετατραπεί σε δικαιολογία για απομόνωση από όποια νέα ιδέα, από όποια άποψη διαφορετική, εν γένει από οτιδήποτε θα κάνει έναν νέο να σκεφτεί λίγο πιο έξω απ' τα νερά του και να βγει από το safe zone του. Από όποιο νέο ή γεγονός του κόσμου αλήθεια. Θυμηθείτε πόση λογοκρισία είχε πέσει μετά την 11η Σεπτεμβρίου, και πώς αυτή η αντίδραση μπορεί να διογκωθεί σε έκταση και σε βάθος. Διάφοροι κλασσικοί συγγραφείς, όπως ο F. Scott Fitzgerald ή η Virginia Woolf, καθίστανται πλέον μη ασφαλείς για μελέτη σε κάποια αμερικάνικα κολέγια, καθώς πραγματεύονται «μη πολιτικώς ορθές» έννοιες όπως αυτοκτονία, ενδοοικογενειακή/σεξουαλική κακοποίηση, βία κτλ. Και η λογοκρισία στην τέχνη, την ανάλυση και τη συζήτηση, είναι το πρώτο βήμα για να τεθούν και όρια στην αγύμναστη πλέον σκέψη και το μυαλό να ναρκωθεί.

Ο συνδυασμός των παραπάνω έχει δώσει περισσότερη δύναμη μεν, σε περισσότερο ανασφαλείς ατομικότητες δε. Το να απομονώνεται σε καραντίνα και να διαχωρίζεται από τον κόσμο μερίδα κόσμου που δεν έχει (ακόμα) να αντιμετωπίσει προβλήματα στα οποία αναπόφευκτα θα κληθεί να πάρει θέση αργά ή γρήγορα, μόνο κακές συνέπειες θα έχει. Θα δογματίσει, η διέξοδος της συζήτησης θα αφοριστεί από τη διαδικασία της σκέψης κι εξαγωγής συμπερασμάτων και, φυσικά, θα πολώσει, θα διαχωρίσει, θα στιγματίσει και θα δημιουργήσει ακόμα περισσότερες συγκρούσεις. Κι άλλα προβλήματα, σε έναν κόσμο ακόμα πιο διαχωρισμένο, με ακόμα λιγότερες ελπίδες για κάποιο κοινωνικά κοινό μας μέλλον.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.