Η μικρή Αννούλα πήρε το παραμύθι της και κάθησε δίπλα στο αναμμένο τζάκι, στο κέντρο στο σαλόνι του σπιτιού της. Υπήρχαν ξύλα αρκετά, και η φωτιά της έφερνε ένα όμορφο κύμα ζεστασιάς και θαλπωρής, πραγματικά της ήταν το καλύτερο σημείο να κουρνιάζει το χειμώνα. Η ώρα ήταν περασμένες 9, και σε λίγο θα έπρεπε να πάει για ύπνο.

Είχε απομακρυνθεί απ' τους γονείς, από το γιορτινό τραπέζι, ήθελε χρόνο για τον εαυτό της, να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της για τη χρονιά που πέρασε και τη χρονιά που θα έρθει. Επίσης, ήθελε να κανονίσει τις τελευταίες λεπτομέρειες για το σχέδιο που ύφαινε όλη τη χρονιά και είχε σκοπό να θέσει σήμερα σε εφαρμογή.

Πάντοτε της φαίνονταν τα Χριστούγεννα ως μια ευκαιρία για ψυχική ανάταση και περισυλλογή. Κάθε Χριστούγεννα σημάδευαν το κλείσιμο ενός ακόμα κεφαλαίου στη ζωή της, που πλαισιωνόταν πάντοτε από ένα δώρο ως δικαίωση για τις θυσίες που έκανε κάθε χρονιά να είναι καλό κορίτσι. Κάθε χρονιά τα κατάφερνε, μετά κόπου και ιδρώτα. Γιατί για τη μικρή Αννούλα, δεν ήταν ποτέ εύκολο να είναι καλό κορίτσι. Κάτι τα πειράγματα στο σχολείο, κάτι τα ανέκδοτα που είχαν βγει εις βάρος της, ήταν μεγάλο στοίχημα να καταφέρνει να είναι κάθε φορά υπεράνω. Μα όμως το κατάφερνε, διότι γνώριζε ότι στο τέλος της χρονιάς, ο Άγιος Βασίλης θα σταμάταγε στην πόρτα της και θα την αντάμειβε πλουσιοπάροχα. Της το είχαν πει και οι γονείς της, κάθε Χριστούγεννα ο κύριος αυτός κοιτάει τη λίστα με όλα τα παιδιά της γης, κι αποφασίζει ποια παιδιά είναι καλά και ποια κακά. Και τα καλά παιδιά τα αντάμειβε με δώρα.

Η μικρή Αννούλα είχε μαζέψει πολλά δώρα όλα αυτά τα χρόνια, υπομένοντας τα πάντα. Μα τη χρονιά αυτή, κάτι πήγε στραβά. Σε ένα διάλειμμα σχολείου, ένα παιδί της είχε πει ένα καινούριο ανέκδοτο, που πρωταγωνιστούσε φυσικά η ίδια. Η μικρή Αννούλα βρέθηκε να κρατάει εκείνη την ώρα ένα κοπίδι.

Οι γονείς σπάνια της μιλούσαν από τότε για το θέμα αυτό. Όσο και να τους ρώταγε, φαίνονταν να αλλάζουν την κουβέντα. Και τότε το κατάλαβε. Ο χρόνος για εκείνη πλησίαζε, μαζί με τα Χριστούγεννα. Κι αυτή τη χρονιά, δεν ήτανε καλό κορίτσι. Αυτή τη χρονιά ο Άγιος Βασίλης δεν θα της έφερνε δώρο. Ο άγνωστος που καταδύεται από την καμινάδα του σπιτιού τους, με την πυκνή γενειάδα και τη στολή που κρύβει οποιαδήποτε πληροφορία για το ποιος είναι, με την υποτιθέμενη βάση του κάπου στο Βόρειο Πόλο, τα Χριστούγεννα αυτά είχε μετατραπεί από αναμονή σε απειλή. Ποτέ της δεν της έλεγαν τι γίνεται με τα παιδιά που δεν συμπεριφέρθηκαν καλά. Και πάντοτε ο άγιος Βασίλης διατηρούσε τη σακούλα του γεμάτη, ακόμα κι όταν γύριζε στη βάση του. Περίεργοι συνειρμοί είχαν σχηματιστεί από τότε στο μυαλό της μικρής Αννούλας, και κάθε μέρα που περνούσε την έκανε να αισθάνεται όλο και πιο ευάλωτη. Μέχρι που, κάπου στα τέλη του Οκτώβρη κι ενώσω χάζευε βιντεάκια στο youtube, πήρε τη μεγάλη της απόφαση. «Δε θα με βάλεις μες στην τσάντα σου καριόλη», ξεστόμισε και βάρεσε το χέρι της στο πληκτρολόγιο με πάθος.

Τα ξύλα καίγονταν όμορφα στο τζάκι όπου καθόταν, χριστουγεννιάτικα τραγούδια πλημμύριζαν το σπίτι με θετική ενέργεια. Μα η μικρή Αννούλα εστίαζε μες στη φωτιά, υπνωτιζόταν απ' τα κλαδάκια που έσπαγαν. Σε λίγο η φωτιά θα έσβηνε, όλοι θα πήγαιναν για ύπνο. Ή μάλλον, σχεδόν όλοι. Είχε προετοιμάσει για καιρό το σχέδιό της, και σήμερα ήταν επιτέλους η μέρα που θα το θέσει σε εφαρμογή. Και το σχέδιο αυτό, δεν περιλάμβανε ύπνο.

Ο θείος Γιώργος είχε βάλει τα καλά του. Κόκκινο σκούφο, κόκκινη μπλούζα, κόκκινο παντελόνι. Λευκά και πλούσια μούσια, λευκά και πλούσια φρύδια. Η ανιψιά του είχε περάσει πολλά φέτος, και είχε σκοπό φέτος να της κάνει μια έκπληξη που θα της μείνει αξέχαστη. Διότι, φέτος, η μικρή Αννούλα, θα έβλεπε επιτέλους για πρώτη φορά από κοντά τον άγιο Βασίλη. Μες στη βδομάδα είχε κάνει πολλές πρόβες και αισθανόταν έτοιμος. Η ιδέα ήταν απλή. Θα έμπαινε στο σπίτι το βράδυ και θα άφηνε τα δώρα. Στη συνέχεια θα έκανε αρκετή φασαρία ώστε να ξυπνήσει η μικρή και να τον δει να φεύγει απ' το σπίτι.

Πράγματι, κατά τις 11:45, ο κύριος Γιώργος μπήκε με τα κλειδιά στο σπίτι. Πατώντας στις άκρες των δαχτύλων του, και κουβαλώντας μία μεγάλη καφετί σακούλα (για την περίπτωση που η μικρή Αννούλα τυχαία ξυπνήσει και τον πιάσει στα πράσα, όποτε θα έμπαινε σε εφαρμογή το σχέδιο Β), κινήθηκε προς το σαλόνι του σπιτιού. Κάτι του κέντρισε την προσοχή στην άκρη του ματιού του. Γύρισε μα δεν είδε τίποτα. Παντού ησυχία. Όλα καλά. 

Πλησίασε το χριστουγεννιάτικο δέντρο και άφησε κάτω τη σακούλα. Στο τζάκι σιγοκαίγανε τα τελευταία απομεινάρια του καμένου πλέον ξύλου. Έβαλε στη σακούλα το χέρι του να βγάλει το δώρο της μικρής Αννούλας. Πάλι θόρυβος. Πώς κι έτσι;

Αποφάσισε να πάει προς το δωμάτιο της μικρής, ήτανε κρίμα να πάει στράφι όλη η δουλειά. Άνοιξε αργά την πόρτα του δωματίου της. Στο κρεβάτι της μικρής Αννούλας, ένας μπόγος παπλωμάτων ήτανε αρκετός για να τον καθησυχάσει. Μα δέκατα μετά, ο καθησυχασμός του αντικατέστησε ένας οξύτατος πόνος στα δάχτυλα του αριστερού χεριού του. Η πόρτα είχε κλείσει απότομα μαγκώνοντας τα δάχτυλά του, αφήνοντας μία κραυγή αγωνίας απ' τα χείλη του. 

Η πόρτα άνοιξε πάλι, και πίσω από την πόρτα εμφανίστηκε η μικρή Αννούλα να τον κοιτάει μέσα στα μάτια αναμένοντας. Ο κ. Γιώργος κοντοστάθηκε, ξεροκατάπιε, και προσπαθώντας να καταλάβει τι συνέβη, ξεκίνησε το σχέδιο Β. Η μικρή Αννούλα τον κοίταγε με poker face, οπότε υπέθεσε πως δεν τον είχε καταλάβει λόγω της μεταμφίεσής του. Υπέθεσε επίσης πως αυτό ήταν καλό.

«ΩΩΩΩωωωωχχχόοχοοοχόοοο, καλά Χριστούγεννα μικρή Αννούλα. Είμαι ο άγιος Βασίλης, και ήρθα να σε ρωτήσω εάν ήσουνα καλό κορίτσι φέτ...»

Τα αυτιά του κ. Γιώργου άρχισαν να βουΐζουν. Τα μάτια του βούρκωσαν. Η ανάσα του κόπηκε. Η κοιλιά του δίπλωσε. Τα πόδια του έτρεμαν. Μα πιο πολύ όλων αυτών, εάν ο κ. Γιώργος διέθετε τη διαύγεια να επεκταθεί σε ανάλυση του πόνου του, θα συμφωνούσε ότι αυτό που τον πονούσε πιο πολύ ήτανε τα γεννητικά του όργανα.

«Σε περίμενα μπουχέσα», ξεστόμισε η μικρή Αννούλα, κι ένα τηγάνι ξεπρόβαλε αργά πίσω από την πλάτη της. Με αντιστρόφως ανάλογη ταχύτητα, με μια ταχύτατη κίνηση του δεξιού χεριού της, η δεξιά πλευρά στο πρόσωπο του κυρίου Γιώργου αφομοιώθηκε από το κάτω μέρος του τηγανιού, ενώ η αριστερή πλευρά του έσκασε με φόρα πάνω στον τοίχο του διαδρόμου. Δυο-τρία δόντια έπεσαν στην κόκκινη μοκέτα.

Ο κύριος Γιώργος, στο σημείο αυτό, είχε μετανιώσει για πολλά πράγματα στη ζωή του σε αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα, μεταξύ αυτών την απόφαση που πήρε με την κυρία Νίνα (τη γυναίκα του) να κάνουνε επιτέλους παιδί, την απόφασή του να αγοράσει αυτή την ψεύτικη στολή πριν 2 χρόνια για να το παίξει έξυπνος τις απόκριες, αλλά, κυρίως, την απόφασή του να συναινέσει στην ιδέα του κυρίου Στέλιου, πατέρα της μικρής Αννούλας. Εάν υπήρχε κάποιο στάδιο στη ζωή του που αγαπούσε τα παιδιά, ο πόνος απ' τα @@ του λειτουργούσε τώρα ως ανασταλτικό ερέθισμα σε όποια τέτοια σκέψη.

Μετά το χτύπημα η γενειάδα του είχε φτάσει στα μάτια του, ο σκούφος του κρεμόταν απ' το αυτί του. Παραπατούσε στο διάδρομο, μες στη ζαλάδα ψάχνοντας μέρος να πιαστεί. Τα μάτια του αρνούνταν να εστιάσουν και τα δυο στο ίδιο θέμα, κι έβλεπε τώρα δύο Αννούλες, σα σε σκηνή απ' το «The Shining», να κατευθύνονται στο μέρος του και κάτι να κρατάνε.

Η ακραία του ζαλάδα τον είχε ρίξει κάτω. Η μικρή Αννούλα έφτασε μπροστά του, κι άδειασε τη σακούλα μέσα στο παντελόνι του. Το βούισμα ήταν τώρα ηχηρό, πολύ πιο ηχηρό απ' ό,τι είχε καταλάβει. Μα σύντομα κατάλαβε ότι το βούισμα αυτό δεν οφειλόταν στο τηγάνι που συνευρέθηκε με το πιγούνι του.

«Νοοοοοοοο, not the beeeeeeeees!» φώναξε αυθόρμητα (μεγάλος φαν του Nicolas Cage γαρ), ενόσω ένα σμήνος από μέλισσες περιόδευε και τσίμπαγε ό,τι υπήρχε κάτω απ' τη στολή του.

Ο κ. Γιώργος είχε αποφανθεί ότι η συναίνεσή του δεν ήταν κ η καλύτερη ιδέα που είχε ποτέ. Μάλιστα, ήταν σχεδόν πλέον σίγουρος ότι ήτανε μια απ' τις χειρότερες ιδέες που είχε. Η μικρή Αννούλα βγαίνοντας από το δωμάτιό της κρατώντας ένα κατσαβίδι κι ένα λάστιχο, φρόντισε να την κάνει και μία από τις τελευταίες του.

Η μικρή Αννούλα πήρε το παραμύθι της και κάθησε στο κέντρο στο σαλόνι του σπιτιού της, δίπλα στο τζάκι το οποίο είχε ανάψει πια για τα καλά. Τα ξύλα είχαν σωθεί, μα το βαμβάκι αποδείχτηκε καλό προσάναμμα και η φωτιά έπαιρνε όγκο. Καθόταν και τη χάζευε, και ένα όμορφο κύμα ζεστασιάς και θαλπωρής τη χτύπαγε στο πρόσωπο. Σε λίγο, τίποτα δε θα πρόδιδε τη μάχη που είχε δώσει ως πριν λίγο. Έκατσε μέχρι το ξημέρωμα, ώσπου πλέον η φωτιά είχε ηρεμήσει. Με τη γλυκάδα του πρωινού αέρα, ατένισε απ' το παράθυρο τον ήλιο να ανατέλλει. «Ένας καριόλης λιγότερος», σκέφτηκε κι έπεσε για ύπνο.

Ο κύριος Γιώργος ήταν το θέμα της επόμενης ημέρας στο γιορτινό τραπέζι. Είχε εξαφανιστεί από το προηγούμενο βράδυ, και τίποτε δεν έδειχνε πως είχε περάσει από το σπίτι μες στη νύχτα. Η μικρή Αννούλα έσκυψε το κεφάλι της απογοητευμένα. «Τουλάχιστον θα είναι ο κύριος Γιώργος το τελευταίο θύμα του», σχολίασε και συνέχισε το γεύμα. Έξω έριχνε χιόνι, το τζάκι έκαιγε, και δυο-τρεις μέλισσες γυροβολούσανε γύρω απ' το δέντρο. Ο κόσμος φαινόταν ήδη πιο ελεύθερος.

Photo Credits: http://cebito.deviantart.com/art/creepy-christmas-272754858

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.