Τα πολύωρα ταξίδια με το πλοίο είναι σαφώς κουραστικά, ειδικά εάν πρόκειται για ταξίδια διαδικαστικά ή επιστροφής και ταξιδεύεις μόνος. Τρέξιμο, κουβάλημα, άγχος, νύστα, πείνα, αναμονή, βαρεμάρα κι αβολιά. Όλα τα βαρέα και ανθυγιεινά συναισθήματα εκδηλώνονται μαζί και η μόνη αντίδρασή σου είναι να τα πολεμήσεις, ώστε με κάποιον τρόπο να καταφέρεις να κάνεις πιο ομαλή τη μετάβασή σου απ' το σημείο Α προς το σημείο Β στο χρόνο αυτό που είχες έτσι κι αλλιώς χαμένο. Έτσι λοιπόν προσπαθείς να βολευτείς λίγο περισσότερο, να δεις καμιά ταινία στο laptop (αν είσαι από τους τυχερούς που έχουν), να παίξεις λίγο με το κινητό και τούμπαλιν. Αν το ταξίδι είναι και βραδινό, κλάφτα Χαράλαμπε, ο χρόνος τότε μοιάζει να κυλάει με ρυθμό αντιστρόφως ανάλογο με αυτόν που απομένει για να αποβιβαστείς από το πλοίο. Αν κάνεις δε το λάθος να κοιτάξεις το ρολόι πριν τα μισά του ταξιδιού κινδυνεύεις να βρεθείς σε μαύρη τρύπα όπου ο χώρος και ο χρόνος δεν έχουν πλέον νόημα και απλά μένεις με τον τρόμο ότι θα παρακολουθείς το «Καφέ της Χαράς» υποτιτλισμένο σε μία muted τηλεόραση εις τον αιώνα τον άπαντα.

Έτσι, λοιπόν, το πρώτο πράγμα που κάνεις όταν μπεις μέσα στο πλοίο είναι να τρέξεις να βρεις έναν καναπέ να απλώσεις την κορμάρα σου για τις επόμενες ώρες. Σχέδιο που, αναπόφευκτα, θα αναγκαστείς πολύ σύντομα να απορρίψεις, καθώς εκατομμύρια γιαγιάδες έχουνε προ πολλού σκεφτεί το ίδιο και, αν και κινούνται με delay, φροντίσανε να ξεκινήσουν ώρες πριν έτσι απλά για να στη σπάσουνε εσένα που νομίζεις ότι οι καναπέδες θα είναι στρωμένοι και έτοιμοι για να υποδεχτούν την αφεντιά σου.

Πολλοί από εμάς τους αργοπορημένους καταφεύγουμε λοιπόν απευθείας στο δεύτερο σχέδιο με μειωμένες απαιτήσεις, τη «θέση». Η θέση αποτελείται από πολλά συστατικά. Κατ' αρχάς, πρίζα. Πολύτιμο αγαθό και Νο1 σε ζήτηση για τέτοιου είδους ταξίδια, μιας και οι μπαταρίες φαντάζουν πολύ λίγες για υπερπελάγια ταξίδια. Ένα τραπέζι για να απλώσεις τα αντικείμενα με τα οποία θα ασχοληθείς τις επόμενές σου ώρες: βιβλία, τετράδια, laptop, κινητό, πατατάκια, μπύρες και καφέδες. Βασικά ας αφήσουμε τις μαλακίες, laptop.
Έλα όμως που κι οι θέσεις είναι καβατζωμένες εκ των προτέρων. Από σκουφιά και μπουκάλια μέχρι υπνόσακους και μπουφάν, όλα όσα μπορούν να αφήσουν οι επιβάτες χωρίς να τους συλλάβουν για προσβολή της δημοσίας αιδούς επέχουν ρόλους σημαδούρας. Άπαξ και δεις κάποιο αντικείμενο πάνω σε θέση, πάει. Καβατζωμένη εις τον αιώνα τον άπαντα. Ο άλλος σουλατσάρει αμέριμνος, καπνίζει το τσιγαράκι του και χαζεύει το λιμάνι κι εσύ ακόμα βολοδέρνεις προσπαθώντας να βρεις μία γωνία κάπου να μπαστακώσεις την κατάντια σου.

Τρίτη επιλογή οι αεροπορικές. Που τις σιχαίνομαι προσωπικά, δε γίνεται να μην μπορώ να βολευτώ σε τέτοια θέση ενώ παρακαλώ για λίγο μαξιλάρι αν καβατζώσω μια καρέκλα, κάτι παίζει δηλαδή. Αλλά οι αεροπορικές έχουν το εξής ζήτημα. Αν πάρεις μέσα θέση και κάτσει δίπλα σου κανένας υπναράς, δε θα μπορείς να σηκωθείς ούτε να κατουρήσεις. Αν κάτσεις έξω και είσαι εσύ υπναράς, το πιθανότερο είναι να σε ξυπνάει αυτός που κάθεται πιο μέσα γιατί τον πιάνει συνεχώς κατούρημα. Και τα δύο έχουνε ίσες πιθανότητες, οπότε βέλτιστη λύση δεν υπάρχει. Ωστόσο αποτελούν μια λύση, ιδίως αν σ' αρέσει να ζεις επικίνδυνα (τα ροχαλητά στο αυτί σου, η θέση του μπροστινού στο στήθος σου και τα χέρια του μούλικου του διπλανού στη μούρη σου είναι επίσης στο μενού).

Αν κουβαλάς υπνόσακο μπορείς να κάνεις μια απλωσιά και να αράξεις κάτω. Όμως και τότε ακόμα κινδυνεύεις. Η «πολίτσια» του πλοίου απαγορεύει «camping» πριν κοιμηθεί ο καπεταναίος, ενώ συνήθως τα μόνα μέρη που απομένουν να χυθείς βρίσκονται δίπλα από τις πόρτες που οδηγούνε στο κατάστρωμα. Και ξέρετε πόσο αργά και βασανιστικά κλείνουν αυτές οι πόρτες άπαξ κι ανοίξουν. Και θα ανοίγουν, ω ναι θα ανοίγουν.

Και έτσι είναι φυσικό, όταν θα βρεις μία γωνία να μπαστακώσεις την κορμάρα σου, να αρχίσεις να μισείς όλον τον κόσμο που σε εμπόδισε να βολευτείς όπως θα ήθελες. Στα πολύωρα ταξίδια είναι που φαίνεται ο άνθρωπος. Όταν πρέπει για λίγο να συμβιώσεις με ένα σωρό αγνώστους (το «λίγο» είναι σημαντικότατο), και πρέπει να τρως στη μάπα όλες τις παραξενιές τους μαζεμένες. Διότι σε τέτοιες καταστάσεις είναι που βγαίνει ο μισανθρωπισμός ο ίδιος, και βλέπει ο ένας τον άλλον σαν τον τύπο που στέκεται ανάμεσα σε αυτόν και σε ένα άνετο ξεκούραστο ταξίδι. Κι έτσι η κόρη του ματιού και το αυτί διαστέλλονται, ακούνε και τα πάντα κατακρίνουν.

Τι θέλει αυτό το μούλικο κι ύπνο δεν έχει; Δεν το μαζεύει η μάνα του; Μα τι μαλάκας είναι αυτός που κάθεται μπροστά μου, έχει ρίξει όλη τη θέση λες και βρίσκεται σε πλαζ και θέλει μαύρισμα. Ρε τον αρχίδη κοίτα τον, καβάτζωσε την πρίζα για να 'χει όλο το ταξίδι το κινητό του να φορτίζει. Καλά τι με κοιτάει έτσι επίμονα αυτός ο γέρος, μπας και τραβάει κάνα ζόρι, 5 φορές το τελευταίο δίλεπτο έχουμε διασταυρώσει τις ματιές μας. Αχά, να και η κλασική γιαγιά που ψάχνει να πει τον πόνο της, δε θα πάρουμε κυρία μου άλλη όρεξη δεν είχαμ - μα τι μαλάκας είναι αυτός και παίζει έτσι με το μπεγλέρι, 3 είναι η ώρα ο κόσμος κοιμάται. Κι αυτή η παρέα με το Παλέρμο, ακόμα δε βαρέθηκε; Τι τσιρίδες είναι αυτές μα το ξεσταύρι μου;

Κι έτσι περνάνε οι ώρες σου, ανέλπιδα και βασανιστικά, για να μη σου ανοίξουν και το εστιατόριο το πρωί για πρωινό. Και δώστου πάλι αναμονή, και δώστου πάλι σπρώξιμο ως το γκαράζ, και τσακωμούς για τα μπαγκάζια και για το backpack που σου γυρνάει ο άλλος στη μούρη και μες στα νεύρα ο 50άρης που βαρέθηκε να περιμένει τις πόρτες να ανοίξουν, να και τα μούλικα που πάλι κλαίνε. Και δώστου να μαζεύεις, να κουβαλάς, να βγαίνεις μες στο κρύο και να ξαναπεριμένεις λεωφορεία, τρένα και χίλιους δυο διαβόλους, ώστε κάποια στιγμή να καταφέρεις να γυρίσεις στο σπιτάκι σου, να κλείσεις πόρτες παράθυρα κινητά και ιντερνέτια και να σαπίσεις στον ύπνο και το λιώσιμο όπως πρέπει μέχρι να στρώσεις και να νιώσεις ξανά πάλι ο εαυτός σου.

Κατά τα άλλα λατρεύουμε ταξίδια, ναι. Αρκεί να βρούμε πρίζα!

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.