Ήταν το 1894, όταν ένας νεαρός Μυτιληνιός εν ονόματι Ισίδωρος, απηυδισμένος με την αχρωμία της μικρής του κοινωνίας, αποφάσισε να βρει τον τέλειο τρόπο να μεθάει και να αγνοεί με τέχνη τα προβλήματα του κόσμου.

Η κοινωνία ήταν μικρή, ο κόσμος μίζερος, τα αδιέξοδα πολλά μα η λύση μία: να βρει το δικό του άγιο δισκοπότηρο – και να το πιει ολόκληρο, κατά προτίμηση συνοδευόμενο από μεζέ, καλαμαράκια, παστά και χταποδάκι.

Έτσι, λοιπόν, αφού περάσαν πολλά χρόνια, μετά από άπειρες περιπλανήσεις, ξίδια και ταξίδια, ο αγαπητός Ισίδωρος ανακάλυψε εκείνο που έψαχνε από την πρώτη στιγμή χωρίς να κάνει εκπτώσεις: την τέλεια συνταγή, το τέλειο απόσταγμα, τον τέλειο φελλό.

Το πώς το ανακάλυψε παραμένει μέχρι και σήμερα ανεξήγητο. Λέγεται πως μεγάλα πνεύματα συναντήθηκαν -ή μήπως ήτανε απλά αναθυμιάσεις; Σε οποιαδήποτε περίπτωση, ούτε ο ίδιος θυμάται, παρά μονάχα πως, κάποια στιγμή, κι ενόσω μίλαγε ένα βραδάκι με έναν ψαρά σε κάτι ήσυχα βραχάκια στο Πλωμάρι, βρέθηκε την επόμενη σε ένα βουνό, με το βρακί ανάποδα και ένα κράνος Βίκινγκ στο κεφάλι, ένα πατίνι στο ένα χέρι κι ένα περίεργο μικρό μπουκάλι στο άλλο, με ένα οινοπνευματώδες διάφανο ποτό να έχει απομείνει λιγοστό στο κατακάθι του. 

Εκατόν είκοσι χρόνια μετά, το ούζο έχει πλέον ανακηρυχθεί στο εθνικό ποτό της Ελλάδας, με όνομα και προέλευση προστατευμένα από την Ε.Ε., καθώς και ως ένας από τους βασικότερους λόγους που οι τουρίστες νομίζουν πως ήμαστε φιλόξενοι (ouzo: connecting people).

Αν και η προέλευση της ονομασίας δεν είναι απόλυτα ακριβής, εικάζεται ότι προέρχεται από τη φράση «uso Massalia» (προς χρήση στη Μασσαλία), η οποία ήταν τυπωμένη στα κιβώτια μιας εταιρείας που το εξήγαγε στο εξωτερικό. Η φράση έγινε ένδειξη της καλής ποιότητας του ποτού, και στη συνέχεια παρέμεινε μονάχα η πρώτη λέξη («uso») καθώς μετά από λίγο καιρό κανείς δεν ήτανε αρκετά νηφάλιος για να μπορεί να προφέρει ολόκληρη τη φράση.

Μια άλλη θεωρία λέει ότι τη φράση αυτή την εκφώνησε από θαυμασμό ο πρόκριτος Αντώνης Μακρής, επί Τουρκοκρατίας, αφού πειραματίστηκε με ενός είδους μεταβρασμένο τούρκικο ρακί, ενώ πιο επιστημονικές θεωρίες εικάζουν ότι η λέξη είναι επέκταση του τούρκικου üzüm, ήτοι «τσαμπί σταφύλι». Η δική μου εκδοχή, ωστόσο, είναι πως το ούζο προέρχεται από τα υποπολυβόλα τύπου UZI, καθώς μιμείται τον τρόπο που σε βαράει στο κεφάλι, και ειδικότερα την επόμενη ημέρα το πρωί (αντίπαλες απόψεις που αντικρούουν την εκδοχή θεωρώντας ότι τα UZI δεν είχαν ανακαλυφθεί επί Τουρκοκρατίας κρίνονται παράνομες, απεχθείς, επονείδιστες, μη βιώσιμες και, κυρίως, νηφάλιες).

Πώς, όμως, παρασκευάζεται το ούζο; Η διαδικασία είναι σχετικά απλή. Το ούζο είναι ένα μείγμα από αραιωμένο σε νερό οινόπνευμα (αιθανόλη) και διάφορα αρωματικά βότανα όπως μάραθο, κορίανδρο κτλ, αν και το επικρατέστερο είναι ο απλός γλυκάνισος. Πολλές φορές το ούζο συνδέεται με το τσίπουρο, καθώς πολλές παραγωγές μοιράζονται τη μυρωδιά και τη γεύση του γλυκάνισου. Ωστόσο, το τσίπουρο διαφέρει από το ούζο ως προς τη διαδικασία παραγωγής του. Το ούζο είναι προϊόν απόσταξης: μέσα σε ειδικά χάλκινα αποστακτήρια (καζάνια) τοποθετούνται σακιά με τα αρωματικά σπόρια που αρωματίζουν το ήδη αραιωμένο οινόπνευμα. Από εκεί, οι ατμοί οδηγούνται σε ψυγείο όπου υγροποιούνται, και το απόσταγμα συλλέγεται από μια βρύση σε ειδική δεξαμενή όπου φιλτράρεται. Η διαδικασία επαναλαμβάνεται τουλάχιστον δύο φορές και η διάρκεια απόσταξης κρατάει πολλές ώρες μέχρις ότου καταλήξει στα μπουκάλια, τα στομάχια μας και λίγο μετά σε τουαλέτες, δρόμους, νεροχύτες, ρούχα, καθίσματα αυτοκινήτων και γενικά όπου θα κατευθύνουμε την αναπόφευκτη ρουκέτα μας.

Πολλοί θεωρούν ότι το ούζο δεν είναι καθαρό ποτό και ότι είναι προϊόν χημείας. Αν και, στη σωστή παραγωγή και εμφιάλωσή του, είναι ένα απόλυτα ασφαλές ποτό, ωστόσο, ούζα χαμηλής ποιότητας αρωματίζονται με χημική ανηθόλη αντί φυσικής ή γλυκάνισου, η οποία περιέχει βλαβερά για τον οργανισμό στοιχεία -κάτι που γίνεται αντιληπτό απ' το hangover της επόμενης ημέρας και το χτεσινοβραδινό πατσά που πλέει στο πάτωμα. Επίσης, αρκετά ούζα περιέχουν ζάχαρη, η οποία καθυστερεί την απορρόφηση του αλκοόλ και την αναγνώριση της μέθης (και των επιπτώσεών της) απ' τον επίδοξο πότη, μέχρι να είναι πλέον πολύ αργά ή πολύ νωρίς το πρωί. 

Γιατί, ωστόσο, το ούζο να είναι τόσο αγαπητό, τόσο ανάμεσα στους Έλληνες όσο και στο εξωτερικό; Το ούζο προέρχεται από τις ρίζες της ιστορίας μας, από βυζαντινά αφεψήματα και από την τούρκικη ρακί, κι επισφραγίζεται από το μεσογειακό ήλιο, τις ελληνικές γεύσεις και τη φρεσκάδα των νησιών μας με αλμυρά, όξινα, πικάντικα, θαλασσινά και ψαρικά, μεζεδάκια και σαλάτες. Οφείλεται να καταναλώνεται τελετουργικά, συνοδευόμενο πάντοτε από ένα μικρό (ή μεγάλο) μεζέ, και πάντοτε με τη σωστή παρέα και την ανάλογη διάθεση. Έτσι, λοιπόν, το ούζο συνδυάζει ιστορία, παράδοση, κουλτούρα και μεσογειακό ταπεραμέντο. 

Κι αυτό διότι η έντονή του γεύση και ο υψηλός βαθμός απόσταξης δε σου αφήνουν περιθώρια, ούτε για επιφάνειες, ούτε και για βιτρίνες: μονάχα δέχεται να συνοδεύεται από ειλικρινείς συναισθηματικές εκφάνσεις των πιοτών του. Κι έτσι γεννιούνται οι καλύτερες φιλίες, κι έτσι μαθαίνεις να είσαι άνθρωπος όπως κι οι άλλοι, όλοι μας με τα κοινά μας μοιρασμένα ελαττώματα που μας συνδέουν.

Τώρα λοιπόν, που ο καιρός καλυτερεύει (όχι πως χάλασε φέτος ποτέ), στα πρώτα πεταχτάρια ζέστης, αρπάξτε το ουζάκι σας και κατεβείτε στην κοντινότερη αμμουδιά ή στα βραχάκια. Και που το ξέρετε, μπορεί να δείτε κάπου εκεί τον φίλο μας τον Ισίδωρο, να τραγουδάει και να χορεύει ανέμελος μαζί με το Ζορμπά. Μην το διστάσετε, αν τους πετύχετε, να μπείτε στο χορό τους.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.