Ένα παλιό καφενείο, σε κρητικό ορεινό χωριό, μεσημεροαπόγευμα. Κατευθείαν μετά την εργασία.
Λίγο κρασί κι ένας μεζές, την κούραση για να απαλύνει.
Όμως ο νους του είναι αλλού. Το βλέμμα του χαμένο, σα να κοιτιούνται όμως μες στα μάτια με το υποσυνείδητό του. Σαν να συννενοούνται με τα βλέματα.
Η τηλεόραση τον βγάζει λίγο από το λήθαργο και του κινεί την περιέργεια.
Άλλη μία παραδοχή, άλλο ένα συμπέρασμα, αυστηρό και αδιαπραγμάτευτο. Το ίδιο επαναλαμβανόμενο μοτίβο, χρόνια τώρα. Άλλο ένα τελεσίγραφο.
Ακούει πως είναι οι άνθρωποι μικροί, κακοπροαίρετα λαμόγια όλοι. Πως δεν υπάρχει εναλλακτική, πως είναι μόνο μία η λύση. Πως πρέπει να πληρώσουν, γιατί εκείνοι φταίνε για την κατάρρευση του τόπου. Μα η τηλεόραση παλιά κι ο κάματος μεγάλος, και το μαράζι ακόμα μεγαλύτερο.

«Εσείς ρημάξατε τον τόπο», φωνάζει ο κομματάρχης, μια αγανάκτηση ξεφεύγει από τον άντρα και στιγμιαία εκδηλώνεται.

Κοιτάζει γύρω του στο καφενείο. Κι οι άλλοι θαμώνες την ομιλία αυτή ακούν, ακούν και τα πορτραίτα μιας άλλης, παλιάς Κρήτης, αντάρτικης κι επαναστατικής. Και τα απλά παιχνίδια παραδόθηκαν μες στο βωμό του χρήματος. Στα ζάρια παίζονται πια όλα, κι όλα θυσία για το ευρώ.

Σκεφτικός αλλά ανήμπορος, βομβαρδισμένος.
Για τις επιλογές και τις ελπίδες του μετανιωμένος.
Παραγκωνισμένος απ' άλλες προτεραιότητες, σαν πρόσφυγας στον ίδιο του τον τόπο.

Μα όμως γνωρίζει, θυσίες μπορεί κι έχει να κάνει ακόμα. Δεν έχει πρόβλημα σε αυτό, ξέρει ν' αντέχει.
Το πρόβλημα του είναι τ' αντίκρυσμα, πως όσες και αν έκανε απόκριση δεν είδε.

Οι υπόλοιποι θαμώνες περιεργαστικά τον κοιτούν και τον ζυγίζουν. Δεν του μιλούνε. Στέκουν ωστόσο σκεπτικοί, και φοβισμένοι για την κατάσταση που βρίσκεται. Χαρτί καμένο, τον βγάζουν τελικά, κομματιασμένο και νικημένο.

Μα εκείνος έχει δει μια πεταλούδα, και τη χαζεύει τώρα, πανέμορφη και φωτεινή, να χορεύει στη σκηνή της της ζωής του το θέατρο. Να προσπαθεί να δραπετεύσει, ερωτευμένη με τον ήλιο, μα ένα τζάμι να εμποδίζει την ανύψωση. Και ξανά πάνω, και ξανά κάτω, και ξανά πάνω. Μα είναι η μόνη που το κάνει, μέσα στο καφενείο αυτό, οι υπόλοιποι πλανούνται στο χαβά τους και το ρεύμα. «Δε βαριέσαι».

Κι ίσως βαριότανε κι αυτός. Αλλά όμως είναι ένα παιδί που μία λύρα έχει φορτώσει, σ' ένα δωμάτιο παράμερα την γραντζουνάει μοναχό του. Ένα σκοπό παίζει και σκέφτεται, σκέφτεται κι ονειρεύεται κόσμους ατέλειωτους, κι έχει στοιχειώσει το μυαλό του.

Τη σιωπή και την εξύψωση σε όνειρα την ώρα εκείνη σπάει η άφιξη ενός πολιτικού. Ως νιοστός σωτήρας έρχεται και δίνει χέρια, κλέβει φωνές, και ο μάνατζέρ του να εξυμνεί τη νέα ελπίδα.

Μα όμως το βλέμμα ξαναπέφτει στο παιδί. Στο παιδί που την κρατάει τη λύρα με συγκέντρωση και συνεχίζει υπομονετικά με το σκοπό του. Που μοναχά τη λύρα αυτή κοιτάει, και μόνο το σκοπό του ακούει. Μακριά απ' τα δωμάτια των «μεγάλων», ακόμα αμόλυντο, σαν πως να περιμένει κάτι. Κι εκεί βλέπει ξεκάθαρα, μες στην εικόνα αυτή της προσμονής, το πρώτο ζάλο.

Ώστε, με την εικόνα αυτή στο νου, όταν του τείνεται το χέρι να το σφίξει, εκείνος του απαντάει μες στα μάτια και τον ρωτάει τα πάντα, κι όλα τα λέει το βλέμμα του. Η κούραση, η αποστροφή, η προδοσία και το παράπονο, όλη η θυσία και όλη η κριτική σε ένα βλέμμα. Αυθεντικό, ξεκάθαρο, δεύτερο ζάλο.

Πρώτη φορά ίσως στην καριέρα του πολιτευτή, κάποιος αρνείται το χέρι να του σφίξει, έτσι ώστε μένει να κοιτάει απορημένος, δεν έχει συνηθίσει τέτοια αντίδραση. Μα γρήγορα άλλο αίσθημα εμφανίζεται. Της αηδίας, της απαίτησης, της εχθρικότητας κι αντιπαλότητας. Και κάνει πίσω σαστισμένος, κοιτάζει γύρω-γύρω ποιος τον βλέπει, πώς ν' αντιδράσει.

Η πεταλούδα κάνει άλλη μία προσπάθεια κι εκείνος άλλο ένα βήμα, τρίτο ζάλο. Ο μόνος όρθιος απ' τους θαμώνες, στέκει ανάστημα στον εισβολέα και τη γροθιά του σφίγγει. Η αδικία και το παράπονο τώρα τον πλυμμηρίζει.

Ο πολιτικός κοιτάζει φοβισμένος, ίσως να πήγε πιο βαθιά από εκεί που έπρεπε. Νιώθει μια απειλή που είχε καιρό να νιώσει. Κι ο χωρικός, τα χέρια του υψώνει στον αέρα σε γροθιές. Στάση αμυντική, χορευτική, πολεμική. Ώστε ο πολιτικός να φύγει τρομαγμένος, αφήνοντας τον μόνο του να συνεχίσει το σκοπό του. Γιατί αυτό ήταν μόνο η αρχή.

Τώρα μονάχος συγκεντρώνεται, να βρει τα βήματά του. Πρέπει να θυμηθεί ποιος ήτανε, μετά από τόσα χτυπήματα το έχει ξεχάσει. Μα προσπαθεί σιγά σιγά, δεν είναι δύσκολο ξανά να τα ξεθάψει. Σταδιακά επανέρχονται στο θυμικό του, δεν τον παίρνει να πει πλέον «δεν μπορώ». Χρωστάει συγγνώμες, στο παρελθόν του και στο μέλλον του. Πρέπει να μπει στο χορό, αποφασίζει, και ζάλο τέταρτο σηκώνει.

Και τότε το παιδί, προστατευμένο, δίνει το σύνθημα και το ρυθμό του με τη λύρα του, δείχνει το δρόμο. Κι αρχίζει πεντοζάλι, που αναταρράσει του κόσμου τα θεμέλια. Κι οι ιαχές θυμίζουν πλέον πολέμου ιαχές, γιατί και οι νεκροί ακούν τα βήματά τους κι απαντάνε, ο ίδιος ο Δασκαλογιάννης βαράει κι αυτός από εκεί κάτω, ώστε να φτάσει ο ήχος τους στα πέρατα του κόσμου. Και δεν υπάρχει δύναμη ετούτο το χορό να σταματήσει.

Και το κατεστημένο δεν μπορεί πια να ξεφύγει, ανήμπορο να αντιδράσει σπάει. Κι η δύναμη γεννάει τη δύναμη, κι όσο βαρούν τα πόδια κάτω δυναμώνουν. Του καφενείου τα δώματα ταράζονται συθέμελα, πως άλλο δε νερώνει το κρασί. Τραντάζεται, παίρνει πνοή κι η σκονισμένη Νίκη. Κι ο νους του μεταφέρεται σε ελεύθερα βουνά. Το πέμπτο ζάλο. Τώρα γνωρίζει.

Οι υπόλοιποι θαμώνες σα σαστισμένοι τον κοιτάνε. Το πεντοζάλι μίλησε γνώσεις που δε γνωρίζει η γλώσσα, κι  η αφύπνιση έχει δοθεί. Η τελευταία κίνηση, γροθιά στην τηλεόραση, καμία επαφή με δηλητήριο. Τέλος στη μηχανή του σάπιου αυτού συστήματος. Εμπρός για άλλα, δικά μας τώρα.

Άιντε να σταθούμε όλοι στα πόδια μας λοιπόν. Πως δε μας παίρνει πια να πούμε «δεν μπορούμε». Γιατί υπάρχει ένα παιδί που περιμένει να του δώσουμε το χώρο για να εκφράσει τα όνειρά του. Κι αν εκφραστεί, η φαντασία του κι η δύναμή μας, ζάλα θα βρούνε για να φτάσουνε όνειρα που ξεχνάμε στον καιρό να φανταζόμαστε. Με αξιοπρέπεια και λεβεντιά, στη βάση αξιών κι υπερηφάνειας, πάντα με το παιδί μπροστά. «Ετσά» αξίζουν οι θυσίες.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.