Δεν αντέχω τις μεγάλες κουβέντες, μου τη δίνουνε στα νεύρα. 

Δεν μπορώ τα «θα», τα «πάντα», τα «εγώ» και τα «μόνο». Κρύβουνε μπλόφες, εγωισμούς και μυαλοστένωμα. 

Κρύβουν επίσης απαιτήσεις, που μας κλειδώνουνε σε ανάλογες πορείες. Απαιτήσεις που είτε οι ίδιοι, είτε άλλοι, επιβάλλουμε στους εαυτούς μας και προσαρμόζουμε έτσι στόχους για το μέλλον μας.

Και έτσι τα γνωμικά γίνονται αξιώματα, κι έπειτα τρόπος ζωής. Καλούπια που προσπαθούμε μετά μανίας να χωρέσουμε υφαίνονται οι δηλώσεις μας, σταθμά και ισοζύγια της αξιοπιστίας μας. Με την ευθύνη ακόμα μεγαλύτερη γι αυτούς που μας πιστεύουνε.

Γιατί εκτός από τους εαυτούς μας, ίσως να πείσαμε και άλλους. Και, κάποια στιγμή, το παραμύθι θα τελειώσει. Κι όταν τελειώσει ποιος θα τους εξηγήσει ότι αυτό που πίστεψαν επειδή είδαν κι εσένα να πιστεύεις, δεν υπάρχει, παρά μονάχα λειτουργούσε σαν γρανάζι για να κουνιέται η μηχανή παραγωγής σου;

Γι αυτό δεν πάω τους πολιτικούς, τα πλάνα και όλους όσους έχουν εύκολα τα λόγια. Στο ίδιο σακούλι όλοι, ναι. Θέλω μια σκοτεινή γωνιά να εναποθέσω την ψυχή μου, σάπια και μίζερη, αντίκρυ σε δυο τοίχους και μία είσοδο στενή. Ώστε να βλέπω από εκεί ό,τι είναι να μπει ακόμα κι αν δεν περιμένω ποτέ τίποτα. 

Γιατί την προτιμώ την ειλικρίνεια από το παραμύθιασμα, με ό,τι κι αν συνεπάγεται. Οι προσδοκίες χρειάζονται σε αυτούς που κάνουν σχέδια, κι αυτοί που κάνουν σχέδια, είτε υπήρξανε φαρδόκωλοι είτε δεν τερματίσαν βαθιά μέσα τους τον Coelho ποτέ.

Είμαστε σκλάβοι των ονείρων μας, και υποχείρια της δυναμικής μας. Μας πιπιλίσαν το μυαλό στα νιάτα μας με ελπίδες, κι αφότου μας μας φόρτωσαν με τύψεις και με τεράστιες προσδοκίες, μας αμολήσανε στον κόσμο, σκυλιά κούρσας.

Και τρέχουμε, δε λέω πως δεν τρέχουμε, χώματα γίναμε. Κάθε μας μέρα τη χαλάμε στη βιοπάλη, λεφτά να βγάλουμε προπάντος, να ανταγωνιστούμε τον αντίπαλο, να ξεπεράσουμε τα εμπόδια. Και -τι μεγάλη ευτυχία, ε!- όταν τα ξεπερνάμε. 

Γιατί το καταφέραμε, για λίγο ακόμα, να εκπληρώσουμε τις απαιτήσεις του σχεδίου. Να εκτελέσουμε τις διαταγές μας, να αποδείξουμε πως είναι ο κόσμος φτιαγμένος για εμάς και ότι κατακτούμε σταδιακά τη θέση που δικαιωματικά μας άνηκε. 

Και όλα αυτά για να ματώσουμε στην ματαιότητα της προσδοκίας μας, όταν θα 'ρθούμε αντιμέτωποι με τη μοιραία σύγκρουση με το αναπόφευκτο. Κι εκεί θα αναγκαστούμε να αντιμετωπίσουμε στα μάτια την αλήθεια, με όσο θάρρος έχουμε χτίσει μέχρι να φτάσουμε ως εκεί.

Όλος ο κόπος για μια κούρσα που κάλλιστα μπορούμε να αρνηθούμε.

Γιατί ο κόσμος μας δεν είναι η κούρσα, ούτε οι απαιτήσεις αυτών που μας προπόνησαν.

Ο κόσμος μας δεν είναι όνειρα άλλων, ούτε των άλλων η ευτυχία θα έπρεπε να ορίζεται απ' τις δικές μας παραστάσεις.

Ο κόσμος μας, εν τέλει, δεν είναι κράμα των σχεδίων του κοινωνικού μας περιγύρου.

Ο κόσμος μας είναι η φαντασία μας, σκέψεις που κάνουμε το καλοκαίρι.

Είναι οι βόλτες μας κι οι αυθορμητισμοί μας, ό,τι μας κάνει να γελάμε είναι ο κόσμος μας.

Και δεν ορίζεται από «θα» ούτε από σχέδια, συμβαίνει εκείνη τη στιγμή, δε χρειάζεται προνόηση, προπόνηση, προεργασία κι άλλα προ-.

Συμβαίνει τώρα, όχι πάντα, αλλά για μια στιγμή μοναδική.

Μοιράζεται, δε μένει στο «εγώ», διαχέεται σαν φως πρισματικό και παίρνει πάσας γης κι ατομικότητας κατεύθυνση.

Και δεν περιορίζεται, δεν μένει μόνο στα γνωστά περπατημένα, μα η ορμή της κατεδαφίζει τοίχους και εμπόδια με άλλον τρόπο ανυπέρβλητα.

Τα λόγια τα μεγάλα είναι δεσμά που μας σκλαβώνουν, κι οι προσδοκίες τσιμεντένιοι ογκόλιθοι δεμένοι απ' το λαιμό μας. Το κλειδί το κρατάμε στα χέρια μας, αλλά μας νοιάζει μόνο αν θα μας φέρουνε να φάμε.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.