Η ελληνικιά μας γλώσσα (sic) είναι μια πλούσια πηγή ορισμών και σημασιολογικών εννοιών, δυναμική και άριστα προσαρμόσιμη σε κάθε χρήση. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι μία στις τέσσερις ξένες λέξεις πηγάζει απ' την αρχαία ημών γλώσσα. Γλώσσα της επιστήμης, μα και της λόγιας έκφρασης. Γλώσσα των τεχνών και ενός λαμπρού πολιτισμού της αρχαιότητας. Πανάρχαια και τέλεια, με πλούτο αστείρευτο αλλά και μαθηματική δομή, λειτουργεί περισσσότερο ως οργανισμός παρά ως εργαλείο, καθώς εμπεριέχει την κυριολεξία στις ετυμολογίες των λέξεων που την απαρτίζουν. Γαλουχήθηκε αρχικά απ' τους αρχαίους ημών πρόγονους για να σκευάσει γνωμικά με μουσική αρμονία και αιώνια χρήση, φράσεις όπως το «νους υγιής εν σώματι υγιεί», «ουκ εν τω πολλώ το ευ», «έπεα πτερόεντα», «μηδέν αγάν», και άλλες πολλές.

Η εξέλιξή της, φυσικά, πάντα εναπόκειται στη διάθεση, στη φαντασία, στη χρήση και ιδιοσυγκρασία των ατόμων που τη χρησιμοποιούν, μα και στις περιστάσεις της εποχής. Έτσι λοιπόν, υπάρχει αυτό το παρακλάδι στη χρήση κάθε γλώσσας, η επονομαζόμενη «αργκό» (ή, αγγλιστί, «slang»), που έχει σκοπό να συμπληρώσει τα κενά που αφήνει η επισημότητα της κάθε εποχής.

Έτσι λοιπόν, ακόμα και οι αρχαίοι κάποιες στιγμές το λάσκαραν, και καθώς άραζαν στο καφενείο της εποχής, αφού είχαν παρακολούθησαν την τραγωδία της εβδομάδας στο τοπικό αρχαίο θέατρο, σχολίαζαν τα τεκταινόμενα με λόγια πρίμα και σταράτα. Κι έτσι, ακόμα και η αρχαία γλώσσα βρίθει από επίθετα και χαρακτηρισμούς, όπως ο «αβροβάτης» (θηλυπρεπής άνδρας με γυνακείο βάδισμα), ο «γυναικοπίπης» (εκείνος που κοιτάει γυναίκες, κοινώς μπανιστιρτζής), ή ο «ρωποπερπερήθρας» (εκείνος που λέει συνέχεια βλακείες, εκ των «ρωπός» (φτηνό αντικείμενο) + «πέρπερος» (εσφαλμένος)).

Η γλώσσα στη συνέχεια επεκτάθηκε εις τους βυζαντινούς μας χρόνους, για να χρησιμοποιηθεί από τη βυζαντινή εκκλησία με περισσή χάρη και γοητεία, σχηματίζοντας όμορφους εκκλησιαστικούς ύμνους, όπως το «ω γλυκύ μου έαρ» και το «η ζωή εν τάφω», αλλά και αντίστοιχους, politically correct φυσικά λόγω της εποχής, χαρακτηρισμούς, όπως η «πολιτική» (πόρνη), ή και το «ξύλινον πόσθης ομοίωμα» (ο δονητής της εποχής)

Προσαρμόστηκε ακόμα και στο ρεαλισμό της τουρκοκρατίας και στην καθημερινότητας της εποχής, αφομοιώνοντας λέξεις απ' την τούρκικη γλώσσα για να κατασκευάσει χαρακτηρισμούς όπως ο «κατσιρμάς» (λαθρέμπορος, εκ του τούρκικου «kaçırma» / «kaçırmasi» που σημαίνει «απαγωγή»), ο «λουφές» (το φιλοδώρημα, εκ του ulufe), ο «πασβαντής» (κάτι σαν ασφάλεια, το σημερινό face control για τους VIP-άδες της εποχής). Το αναπόφευκτα χαμηλό μορφωτικό επίπεδο της εποχής ήτανε λογικό να επηρεάσει και τη γλώσσα, δοκιμάζοντάς την σε περισσότερο άγαρμπα μονοπάτια. Τότε λοιπόν εφευρέθηκαν και τοπικοί χαρακτηρισμοί που επιβιώνουν μέχρι και σήμερα, όπως οι «Γκαζμάδες», χαρακτηρισμός για τους Μυτιληνιούς, οι «Ψαροκασέλες» για τους εκ της Καβάλας, τα «Κασέρια» (ή «Σακαφλιάδες») για τους Τρικαλινούς, οι «Γκάγκαροι» (ή «Χαμουτζήδες») για τους Αθηναίους, και άλλοι πολλοί.

Και κάπως έτσι φτάσαμε στη μεταλαμπάδευση από την Τουρκοκρατία στη νέα ελληνική ιστορία, και τελικά στους Νεοέλληνες. Μια γλώσσα χιλιάδων ετών, τεράστιας ιστορίας και καλλιέργειας, φτάσαμε σήμερα να τη μιλάνε άνθρωποι που μετά βίας ξεχωρίζουν από τις αμοιβάδες. Κι αφού τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, η γλώσσα απεναντίας παίρνει το δύσκολο το ρόλο και αυτοθυσιάζεται για να προσαρμοστεί στο μαλάκιο που κάθε φορά τη χρησιμοποιεί. 


Φτάσαμε σήμερα λοιπόν, να βγαίνουμε στο δρόμο και να ακούμε για «τ' @@ μου τα δυο, που 'ναι σαν καμπαναριό» εκεί που κάποτε βυζαντινή μουσική ελάφρενε ψυχές πιστών.
Στο μέρος που κάποτε ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης ανέλυαν τις κοσμοθεωρίες τους, μιλάνε τώρα για «μαλακοβιόληδες» και για «μουνοπλακέτες». Κάτι «στουπιά» πλέον «χέζουν παντελόνια» δίπλα απ' το Θησείο μετά από μια μακριά νύχτα στου Ψυρρή.

Ένας «ταρίφας» κάπου, αυτή την ώρα, περιγράφει σε κάποιον ανυποψίαστο πελάτη τον «κουραδοπελτέ» που έβγαλε αφού τον «πήγε τέμπερα» μετά το «βρώμικο» που «χλαπάκιασε» χτες βράδυ κάτω απ' την Ακρόπολη, και για τα «ταρζανάκια» που το συνόδεψαν.
Ολόκληρα επιχειρήματα πλέον καταρρίπτονται με την απλή απάντηση «της θείας σου ο κώλος». Κουβέντες σταματάνε μετά από την εκστόμιση της κυνικής ομολογίας «παπάρια μέντολες».
Ας μην ξεχνάμε φυσικά και το «ντουρνέ», ελεύθερη ελληνική μετάφραση για το internet.

Γίνονται φυσικά και προσπάθειες να συντηρηθεί η ετυμολογία στη σύσταση των λέξεων, και τέτοιες προσπάθειες πρέπει να χαίρουν σεβασμού. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο «φαυλεπίφαυλος», ο «βουβόκλανος», η «κουραδοαναρρόφηση» και ο «πεοθηλασμός», λέξεις που κρατάνε, όσο και να το κάνεις, μία κάποια ευγένεια, κάτι το και όμορφο κι εξιδανικευμένο.
Τα λογοπαίγνια έχουν κι αυτά την τιμητική τους, να 'ναι καλά ο Σεφερλής. Λέξεις και φράσεις, όπως «αξιαγάμητος», «πολυέλεος», «εξαρχειωμένος», «χαμός στο πίσωμα» και «πορδολάγνος», δίνουν ένα άλλο ηχόχρωμα στην καθημερινότητά μας και καθαρίζουν το μυαλό από αχρείαστα κύτταρα.

Η γλώσσα προσαρμόζεται στη χρήση που τη θέλουμε. Πάντα θα συμπληρώνει τα κενά που δημιουργούνται, σε κάθε εποχή, κι ας προσπαθεί ο Μπαμπινιώτης να ορίζει σημασίες σε στείρα λεξικά. Ο εξυπνάκιας που κρύβεται μέσα μας, κάποια στιγμή στο άκυρο θα εφεύρει άλλη μια λέξη που θα βρει επάξια τη θέση της στο πάνθεον των λέξεων της γλώσσας μας.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.