Ξανά καράβι, πάλι ταξίδι μακριά απ' αυτή την πόλη. Πόλη πηγμένη, απρόσιτη, αδιάφορη και ξένη. 
Κλείνοντας πλέον τέσσερα χρόνια στην επαρχία μακριά από την Αθήνα, σε ρυθμούς ξεκάθαρα πιο ανθρώπινους και προσιτούς, πιάνω τον εαυτό μου να αναζητάει ακόμα να καταλάβει πως συνεχίζει να έλκεται τόσο πολύ απ’ αυτήν την πόλη. Γιατί η πρωτεύουσα δεν είναι μόνο η βόλτα στο Θησείο και το Μοναστηράκι, ούτε ένα βράδυ μία στις τόσες που θα βγεις σε κάποιο νέο ψαγμένο μπαρ.

Είναι η ζαλάδα όταν σηκώνεσαι πριν τη δουλειά σου η Αθήνα. Η ψύχρα του τσιμέντου που σε ωθεί να χώνεις τα χέρια πιο βαθιά μέσα στις τσέπες σου. Τα καθημερινά σου πρωινά καθώς πηγαίνεις στον ΗΣΑΠ. Το άγχος να προλάβεις την αλλαγή στην Αττική, εάν αξίζει να βγάλεις εισιτήριο στο 500. Οι άβολες στάσεις σε ένα φίσκα λεωφορείο. Η απόσταση, οι ώρες που ορίζει το μετρό στην έξοδό σου.

Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί μ' αρέσει αυτή η πόλη. Γεμάτες μέρες με υποχρεώσεις, δουλειά και τρέξιμο και άγχος και στρες, με αντιρρήσεις και διλήμματα και τσακωμούς.

Να περιμένεις στην ουρά της Εθνικής. Να αντιμάχεσαι γκρινιάρηδες, κομπλεξικούς και μίζερους συνανθρώπους, και να αντιμάχεσαι τον ίδιο σου τον εαυτό, κάθε ημέρα αντίσταση για να μην καταλήξεις σαν κι αυτούς. Να μη σε παρασύρει η ρουτίνα της, οι καθημερινές επαναλήψεις, γκρίζα τσιμέντα οι σκέψεις σου στην Πειραιώς και την Αριστοτέλους.

Η πόλη φοράει ήδη τα καλά της, από Νοέμβρη ήρθαν Χριστούγεννα. Μήπως τα φώτα παρασύρουνε το γκρίζο, μπας και η διάθεση αλλάξει έστω κι εφήμερα. Γιατί έτσι έχουνε μάθει πια να ζούνε οι Αθηναίοι. Από στιγμές εφήμερες, σταγόνες-γεύσεις μέσα στην ερημιά του ουδέτερου. Πυγολαμπίδες ευτυχίας, χωρίς υπόσχεση για το ύστερα, να φέγγουν οι αναμνήσεις τους μες στο μικρόκοσμο των κατασκευασμένων τους στιγμών.

Είδα μια Σύρια με ένα παιδί στην αγκαλιά να περιμένει καθιστή στην 3ης Σεπτεμβρίου. Τη ζωντανή-νεκρή πλατεία της Ομόνοιας. Άστεγους να σκαλίζουν τα σκουπίδια για αποφάγια. Θυμήθηκα ξανά το μποτιλιάρισμα της Αλεξάνδρας, τα time hacks για να αποφύγεις κίνηση στον Κηφισό. Τον μόνιμο αγώνα με το ρολόι για να προλάβω.

Και στο μετρό συνάντησα ξανά τις ίδιες φάτσες. Ουδέτεροι κι ανέκφραστοι, ακρωτηριασμένοι, στοιβαγμένοι σε βαγόνια, χωρίς να βλέπουνε ποιος είναι απέναντί τους. Το ίδιο κι εγώ. Μα όμως εγώ σκέφτομαι, σκοτώνω τη μιζέρια στο μυαλό μου. Το ίδιο κι αυτοί.

Τα σκορπισμένα βλέμματα που οι άγνωστοι ανταλλάζουνε κλεφτά μες στα βαγόνια, φαίνονται να ανταλλάζουνε μια σιωπηλή αγανάκτηση, ένα κουρασμένο «σε νιώθω». Η αποξένωση και η καχυποψία, το αδιέξοδο που συναντούν οι συναναστροφές μέσα στην πόλη, βρίσκει διέξοδο στα βλέμματα, μια ανακωχή στον συνεχή ανταγωνισμό, ένα άκακο και σύντομο άνοιγμα ψυχής σε κάποιον ξένο που ποτέ δε θα τον δουν ξανά.

Και κάπως έτσι ξεκινάει και τελειώνει η συναίσθηση ανάμεσα σε ξένους, γι αυτούς που ζουν και αναπνέουν στην πρωτεύουσα. Κι αυτό μονάχα ίσως είναι η μόνη αλληλέγγυα προσπάθεια, κάποιες στιγμές μέσα στην κούραση, την αϋπνία ή την τρεχάλα, που φανερώνεις ό,τι νιώθεις σε αγνώστους με ένα μόνο βλέμμα χωρίς τη μάσκα του κοινωνικού σου φαίνεσθαι. Κι έτσι μαθαίνεις να μην κρύβεσαι, αλλά το πιο σημαντικό, μαθαίνεις πως δεν είσαι ο μόνος που παλεύει.

Η πόλη αυτή πεθαίνει την ημέρα κι αγκομαχάει να αναστηθεί τα βράδια. Κι η θλίψη της θερίζει σκέψεις, συνειδήσεις κι αντιδράσεις σε αυτούς που την ακούνε, ενεργοποιεί τις άμυνές τους.
Σου φτύνει αλήθεια ακατέργαστη κι ατόφια, σου δείχνει πώς ορίζεσαι στο περιθώριο του κόσμου και στην μοναδικότητα μέσα στο πέρασμα του απείρου.

Η Αθήνα είναι η πόλη που λατρεύω να μισώ. Να ζούμε απ’ τη μιζέρια της, να μην αλλάξει -να μείνει γκρίζα κι απαράλλαχτη, για να μαθαίνουμε απομυζώντας τη να χρωματίζουμε τις σκέψεις μας και να εκτιμάμε τις στιγμές μας. Ίσως γι’ αυτό να θυσιάζεται, ίσως γι αυτό να μετανιώνω κάθε φορά που αποφεύγω να τη βλέπω μες στα μάτια.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.