Δεν υπάρχει χειρότερη ράτσα ανθρώπου από τους μίζερους. Η κατάστασή τους δε γνωρίζει σύνορα, κοινωνικές τάξεις και φύλο. Από τον overthinker φίλο, στην κλαψιάρα γκόμενα κι απ’ τη γκρινιάρα μάνα στο τσιγκούνικο αφεντικό. Μόνο όψεις αλλάζει η μιζέρια. Στη φτώχεια μεταφράζεται ως κακομοιριά, στον πλούτο ως σνομπαρία και τουπέ.

Όλοι έχουν τις ίδιες σουφρωμένες φάτσες και σφιγμένα χαρακτηριστικά. Σαν κάτι να τους τρώει από μέσα.  Ανοίγουν το στόμα να μιλήσουν και από μέσα τους αναβλύζει σαπίλα, λες και κάτι ψόφησε πρόσφατα. Αδυνατούν να ηρεμήσουν. Πρέπει πάντα να βρουν εξιλαστήριο θύμα σε έναν εξωγενή παράγοντα.

Θα τους βρεις να πλάθουν σενάρια επί των σεναρίων, φαντάζονται δολοπλοκίες και ίντριγκες εις βάρος τους, βλέπουν πάντα τη χειρότερη εκδοχή των καταστάσεων. Φτάνουν σε συμπεράσματα και προξενούν έριδες χωρίς κανένα λόγο. Έτσι, γιατί γουστάρουν να βρίσκονται σε μόνιμη εγρήγορση. Η καλή έκβαση μιας κατάστασης, για αυτούς τους ανθρώπους αποτελεί μόνο προοίμιο μυρίων κακών που θα εμφανιστούν. Δεν έχουν μάθει να χειρίζονται την ευτυχία. Πάντα κάτι θα ελλοχεύει από πίσω. Κι αν δε συμβαίνει αυτό, τότε πολύ άνετα θα το δημιουργήσουν

Ή θα κλαίγονται. Αλύπητα, ασταμάτητα και ανελέητα. Για ψύλλου πήδημα. Για τα φραγκοδίφραγκα που χάσανε σε μια αγορά, της τάξης του cent, γιατί «σε ένα μήνα αυτό είναι 1 ευρώ», για την ατυχία που μόνο τη δική τους πόρτα χτυπάει επειδή έπεσε λίγο παραπάνω αλάτι στο φαΐ, για τις επαναλαμβανόμενες «μαλακίες» που τους παίξανε φίλοι και σύντροφοι ενώ οι ίδιοι συνεχίζουν να επιλέγουν τον ίδιο τύπο προσώπων στη ζωή τους.  Σε απλά ελληνικά, τα θες και τα παθαίνεις άμα συνεχίζεις να διαλέγεις «σιγανά ποταμάκια», γιατί οι εκφραστικοί άνθρωποι σου φαίνονται κάφροι και ανήθικοι.

Σε ακραίες περιπτώσεις, μέχρι και η εμφάνισή τους γίνεται το κερασάκι στην τούρτα. Εξωτερικεύουν την ασχήμια του εσωτερικού τους κόσμου στην εμφάνισή τους διαλέγοντας ρούχα και άλλες στυλιστικές επιλογές, που, όχι απλά δεν τους κολακεύουν, αλλά τονίζουν χειρότερα τα όποια ελαττώματά τους. Παίρνεις και μια κλαψιάρικη, λυρική φωνή σε μόνιμη ελάσσονα μπόνους, γιατί μπορείς. Λες και θέλουν να φαίνονται πιο άσχημοι, για να βρίσκει τόπο η μιζέρια να προσγειωθεί πάνω τους, λες και δεν τους έφτανε η εσωτερική.

Στη χειρότερη μορφή τους, ζουν πίσω από κλειστά παραθυρόφυλλα μέρα μεσημέρι (εκτός από τις μέρες με καύσωνα, που το κάνουμε όλοι). Ο κόσμος τους θα ήταν ένα δωμάτιο αποκομμένο από οποιαδήποτε αλληλεπίδραση, εάν ήταν δυνατό. Καμία διέξοδος, καμία χαρά για τη ζωή. Οι απολαύσεις είναι απαγορευμένες, γιατί είναι ανήθικες, προκαλούν εξάρτηση ή έξοδα. Το χειρότερο; Νομίζουν πως είναι ευτυχισμένοι σε αυτή την κατάσταση.

Είναι ικανοποιημένοι με τη ζωή τους και είναι αυτοί που «παινεύουν το σπίτι τους»  καλύτερα από όλους. Προσπαθούν να προσηλυτίσουν κι άλλους σε αυτόν τον τρόπο ζωής, ελπίζοντας πως το κάνουν αξιοζήλευτο. Το μόνο που πετυχαίνουν είναι το αξιολύπητο. Ναι, σ’ εσένα μιλάω, που έχεις φτάσει τριάντα και το παίζεις ότι γουστάρεις να κάνεις οικονομία ενώ τα λεφτά απ’ το μισθό σου τα χειρίζεται η μαμά. Κακομαθημένο πεντάχρονο!

Όχι ρε φίλε, σιχάθηκα να σας βλέπω παντού γύρω μου. Βαρέθηκα την κακομοιριά σας, τις σκευωρίες σας, τις πολιτικές και κοινωνικές σας απόψεις, την έλλειψη διάθεσης για ζωή από παντού,τις μεμψίμοιρες φάτσες. Πάτε να κλειστείτε στο δωμάτιο και την κοσμάρα σας και αφήστε τους υπόλοιπους να ζήσoυν χωρίς κόμπλεξ, τσίτα και φαγωμάρα. 

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.