Όταν πριν δύο χρόνια έφυγα από Ελλάδα, ούσα στο τρανταχτό εικοσιπέντε και βάλε τοις εκατό της ανεργίας, με την τελευταία πρόταση για δουλειά να συνδυάζει web administration, baby sitting και 450 ευρώ στην Αθήνα, μπήκα στο αεροπλάνο και είπα πως, αν τα πράγματα πάνε καλά, θα ρίξω μαύρη πέτρα.

Την οποία τώρα θέλω να πετάξω στο κεφάλι μου. Εν μέρει.

Δε μου λείπουν για κανένα λόγο η διαφθορά και η αναξιοκρατία, που, κακά τα ψέματα, συνεχίζουν να κυβερνούν αυτή τη χώρα, ή για την ακρίβεια, δε σταμάτησαν ποτέ. Δε μου λείπει η ανεργία, ούτε οι ατελείωτες υπερωρίες για τρεις κι εξήντα.

Δε μου λείπει ο ήλιος, το κρασί, η θάλασσα. Βολεύομαι με τον εδώ ήλιο, το κρασί και τον Ατλαντικό. Τι να τα κάνεις όμως όταν δεν ακολουθεί κανείς;  Θέλω, στη σοβαρότητα, αλλά και στις τρέλες να έχω δίπλα μου φίλους. Όχι γνωστούς που τρέχουν να κλειστούν σπίτι, αποβλακωμένοι μπροστά σε μια οθόνη για το υπόλοιπο της ημέρας με το που σημάνει η ώρα για σχόλασμα.

Όλα λειτουργούν βάσει σχεδίου.

Αυστηρό πρόγραμμα.

Ξέχνα τις Κυριακάτικες εκδρομές, τις αποδράσεις.

Ο αυθορμητισμός είναι κακός, απαγορευμένος.

Το Σαββατοκύριακο είναι για να το περνάμε στο σπίτι με τους γονείς, να μας πλύνουν τα ρούχα. Ακόμη κι αν μένουμε μαζί τους. Ακόμη κι αν  δεν ανταλλάσσουμε κουβέντα πέρα από το τι έχει για μεσημεριανό και τους λογαριασμούς που πρέπει να πληρωθούν.

Τι να την κάνεις την επικοινωνία όταν είσαι πιστός στις υποχρεώσεις;

Γιατί, όταν κάνετε τη ρημάδα την εξαίρεση και βγαίνετε απ’ τη ντουλάπα;

Μην ξεφύγει καμιά τρίχα απ’ το μαλλί, μη σκάσει κανένα χαμόγελο.

Να μου λείπει. Θέλω ανθρώπους που δε φοβούνται να εκφραστούν, να πιούν λίγο παραπάνω. Να μοιραστούν μια στιγμή ντροπής ή γέλιου. Να τραγουδήσουν γιατί μεράκλωσαν.

Καλά κάνουμε και ως λαός υποστηρίζουμε το «η φτώχεια θέλει καλοπέραση». Γιατί στο τέλος της μέρας είμαστε χαρούμενοι. Γιατί εκφραζόμαστε, ενίοτε το παρακάνουμε και δε στραβομουτσουνιάζει κανείς μας με αυτό που βλέπει. Ναι, τα προβλήματα θα συνεχίσουν και την επόμενη. Και τη μεθεπόμενη. Αλλά δε θα είμαστε μόνοι μας.

Τα βαρέθηκα τα ανέκφραστα πρόσωπά σας.

Όπως και τις μίζερες, άχαρες ζωούλες σας.

Μείνετε στα κλειδαμπαρωμένα σας δωμάτια, να περιμένετε πότε θα τελειώσει η κρίση και θα σας πετάξουν οι οικονομικοί κολοσσοί κανένα κόκκαλο, μπας και επιτέλους δειπνήσετε πανηγυρικά, ξερογλείφοντάς το στη γωνία. Μετρήστε τα ψίχουλα που σας περισσεύουν για να χτίσετε το μέλλον των παιδιών σας. Μόνο που στο ενδιάμεσο θα ξεχάσετε πώς είναι να χαίρεστε που είστε γονείς, για να τα καταντήσετε άβουλα όντα, σαν τα μούτρα σας.

Σας λυπάμαι.

Δε θα γίνω σαν εσάς.

Αντίο, πάω να ζήσω!

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.