Η Μαρία Μαθιουδάκη άρχισε την ενασχόλησή της με τη μουσική συμμετέχοντας στην παιδική χορωδία του Εθνικού Ωδείου και της ΕΡΤ και συνέχισε με σπουδές κλασικής κιθάρας, φωνητικής και στιχουργικής. Είναι απόφοιτη του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας και συνέχισε σε αυτό τον τομέα με ένα μεταπτυχιακό στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά.

Η πρώτη της δισκογραφική δουλειά, με τίτλο «Άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε», κυκλοφορεί τώρα από την Protasis και περιέχει 6 δικές της συνθέσεις συν μία διασκευή της Κουτσής Κιθάρας των Μάνου Λοΐζου και Λευτέρη Παπαδόπουλου, όλα σε ενορχηστρώσεις του Αποστόλου Καλτσά.

Ποια ήταν η πρώτη σου επαφή με τη μουσική και το τραγούδι; Ήρθαν μαζί ή ξεχωριστά;

Ίσως να ακουστεί λίγο κλισέ, αλλά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου η μουσική και το τραγούδι αποτελούν κομμάτι της ζωής μου καθημερινά. Ήμουνα από εκείνα τα ενοχλητικά παιδάκια που όταν έβλεπαν κόσμο γύρω τους, άρχιζαν να τραγουδάνε δυνατά για να τους ακούσουν, κι αν δεν έπαιρνα κάποιο χειροκρότημα ή επευφημία μπορεί να μη σταματούσα ποτέ! Στην πορεία, βέβαια, αυτό άλλαξε.

Γράφτηκα στο Εθνικό Ωδείο, όπου είχα έναν εκπληκτικό καθηγητή στην κιθάρα, τον Άρη τον Καραγιωργάκη, ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο τόσο στην μουσική όσο και στην ευρύτερη παιδεία μου. Έκανα, λοιπόν, αρκετά χρόνια κλασικής κιθάρας. Εν τω μεταξύ, έγινα μέλος σε διάφορες χορωδίες, συμπεριλαμβανομένης της παιδικής χορωδίας της ΕΡΤ και της χορωδίας του Εθνικού Ωδείου, όπου κατάλαβα ότι το τραγούδι δεν αποτελεί «ατομική υπόθεση». Στη συνέχεια, όταν η ηλικία το επέτρεψε, ξεκίνησα και μαθήματα φωνητικής, επίσης στο Εθνικό Ωδείο. Το να αντιληφθείς πως η φωνή σου λειτουργεί και αυτή ως μουσικό όργανο αποτελεί μια από τις βασικές συνειδητοποιήσεις ενός τραγουδιστή.

Η μουσική αυτή εκπαίδευση, αν και ελλιπής –πάντοτε υπάρχει ανάγκη να μαθαίνουμε περισσότερα- λειτούργησε ως εργαλείο στο να βρω κι εγώ τον δικό μου τρόπο έκφρασης. Η μουσική και το τραγούδι έγιναν, πλέον, ανάγκη. Έτσι, ξεκίνησα, λοιπόν, να γράφω σιγά-σιγά και δικά μου πράγματα.

Όσον αφορά τη σύνθεση και τους στίχους; Πώς δημιουργεί ένα τραγούδι η Μαρία;

Συνήθως, έρχεται πρώτα ο στίχος, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν έχουν υπάρξει φορές που στίχος και μουσική έρχονται μαζί. Αυτή η συνθήκη, αποτελεί, ίσως, από τις πιο ευτυχείς στιγμές ενός τραγουδοποιού, κατά τη γνώμη μου. 

Έπειτα, το αφήνω για μια μέρα στην άκρη. Την επόμενη μέρα, που θα το δω και θα το ακούσω από κάποια απόσταση -όση απόσταση μπορείς να κρατήσεις από κάτι τόσο δικό σου- κάνω τις διορθώσεις που θεωρώ απαραίτητες. Αυτό μπορεί να διαρκέσει από μια μέρα έως και μήνες.

Τελευταία, συνειδητοποίησα κι εγώ πόση δουλειά και αγώνας χρειάζεται ώστε να πεις αυτά που θες απλά αλλά όχι απλοϊκά. Παλιά πίστευα σε αυτό που λέμε: «φυσικό ταλέντο». Καθώς περνάν τα χρόνια, καταλαβαίνω πως αυτό δε φτάνει, και ίσως, αν κάποιος επαναπαυτεί σ’ αυτό να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα. Κατά τη γνώμη μου, ο κάθε δημιουργός οφείλει να χρησιμοποιεί το μυαλό του και την ψυχή του σε ίσες δόσεις στη δουλειά του και να καταφέρνει να αποστασιοποιείται από το έργο του κάθε φορά που αυτό κρίνεται αναγκαίο ώστε να το δει με καθαρό μυαλό. Ως προς αυτό, νιώθω τυχερή, για παράδειγμα, που πλέον, αναγνωρίζω πότε έβγαλα ό,τι καλύτερο μπορούσα, ότι ξέρω πότε έκανα το δικό μου καλύτερο, χωρίς αυτό, φυσικά, να σημαίνει πως είναι το καλύτερο που υπάρχει.

Ποια θέματα απασχολούν κυρίως τα κομμάτια σου;

Μ’ αρέσει να γράφω για οτιδήποτε μου κεντρίζει το ενδιαφέρον. Νιώθω λες και αν δεν το γράψω, αυτό μπορεί μετά να ξεχαστεί. Νομίζω, πως όποιος γράφει, πριν γίνει πομπός πρέπει να έχει υπάρξει πρώτα δέκτης. Να δέχεται και στη συνέχεια να φιλτράρει τον κόσμο γύρω του. Να παρατηρεί τα πάντα. Τους ανθρώπους που τρέχουν στους δρόμους, τα παιδιά που παίζουν σε ένα στενό σοκάκι, τους πλανόδιους πωλητές, τους έφηβους που κάθονται κάθε απόγευμα σε ένα συγκεκριμένο παγκάκι στην πλατεία μετά το μάθημα, κι ας είναι το διπλανό άδειο, το χρώματα και τα συναισθήματα που αλλάζουν κάθε που αλλάζουν οι εποχές, τους ανθρώπους το πρωί στα λεωφορεία. Τα πάντα. Κι αν όλα αυτά του γεννήσουν την ανάγκη να γράψει κάτι, τότε, ίσως, μπορεί κάποια στιγμή στη ζωή του να γίνει κι εκείνος πομπός. Μπορεί και όχι.

Γι’ αυτό, μ’ αρέσει να παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου, να ακούω συζητήσεις, να ενημερώνομαι, να γίνομαι κι εγώ κομμάτι τους, να αισθάνομαι και να αλληλεπιδρώ μαζί τους. Αυτό με εμπνέει. Η εικόνα ενός καλλιτέχνη που βρίσκεται κλεισμένος σε τέσσερις τοίχους, έξω από τον κόσμο και πέρα από αυτόν, πάντα με απωθούσε. Είμαστε νέοι άνθρωποι, και ως νέοι οφείλουμε να είμαστε κομμάτι της κοινωνίας στην οποία ζούμε και όχι να την κοιτάμε αφ’ υψηλού.

Στη δισκογραφική σου δουλειά που τιτλοφορείται «Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε», περιέχεται και μία επανεκτέλεση του κομματιού «Κουτσή Κιθάρα», του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Έχει το κομμάτι αυτό για ‘σένα ιδιαίτερη σημασία;

Πάντοτε είχα μεγάλη αδυναμία στον Μάνο Λοΐζο και στον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Το κομμάτι αυτό, ωστόσο, το είχα ξεχωρίσει από πολύ παλιά. Όμως, δεν επιλέχτηκε να γίνει μια επανεκτέλεσή του στο δίσκο, μόνο για την αγάπη που του είχα. Είναι ένα τραγούδι που μιλά με ειλικρίνεια και απλότητα για πολύ σύνθετα θέματα, των οποίων αποτέλεσμα είναι και η σημερινή δυσάρεστη κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Η υλική εξάρτηση είχε γίνει συνήθεια και η επιτυχία εξαρτιόταν από τα ακριβά ρούχα, κινητά και αυτοκίνητα και το «μαζί» είχε δώσει τη θέση του στην απομόνωση και την αδιαφορία. Το τραγούδι αυτό, μιλάει για το ακριβώς αντίστροφο: ότι η ευτυχία κατακτιέται με πολύ πιο απλά πράγματα και κυρίως με τη χαρά του να μοιράζεσαι. «Να ‘χαμε τρεις δραχμές στην τσέπη και τρεις ο διπλανός».

Με ποια ονόματα της ελληνικής και ξένης μουσικής σκηνής θα ήθελες να συνεργαστείς;

Ο κατάλογος είναι πάρα πολύ μακρύς γιατί υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που θαυμάζω, τόσο στην ελληνική όσο και στην ξένη μουσική, για διαφορετικούς λόγους τον καθένα.

Παραθέτοντας ενδεικτικά όμως:

Ελληνική μουσική σκηνή: Αφροδίτη Μάνου, Μελίνα Τανάγρη, Αρλέτα, Βαγγέλης Γερμανός, Φοίβος Δεληβοριάς και άλλοι.

Ξένη μουσική σκηνή: Joan Baez, Joni Mitchell, Eric Burdon, Eddie Vedder και άλλοι.

Θα μπορούσε να σε κερδίσει κάτι άλλο τόσο πολύ όσο η μουσική;

Σπουδάζοντας Πολιτικές Επιστήμες και Διεθνείς Σχέσεις, κατάλαβα ότι ένα κομμάτι μου ανήκει και σ’ αυτούς τους τομείς οι οποίοι με κερδίσανε εξελικτικά περνώντας τα χρόνια. Ωστόσο, κάτι που λέω συνεχώς και το πιστεύω απόλυτα, είναι πως οι δύο αυτές επιστήμες συνδυάζονται με τη μουσική και με την τέχνη γενικότερα. Συνδυάζονται και αλληλοσυμπληρώνονται. Η μουσική, από τη μια, είναι μια μορφή πολιτικής πράξης, αλλά και η πολιτική, από την άλλη, είναι μια μορφή καλλιτεχνικής πράξης. Το θέμα είναι να έχουμε τα μάτια και το μυαλό μας ανοιχτά ώστε να μπορέσουμε να δούμε τον μεταξύ τους διάλογο.

Μελλοντικά σχέδια και εμφανίσεις;

Προς το παρόν, βρίσκομαι σε μια φάση γραψίματος καινούργιων κομματιών. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει πως δε μου έχει λείψει η χαρά του να επικοινωνείς τη δουλειά σου. Θα ήθελα να έχω τη δυνατότητα να το κάνω πιο συχνά.

Ωστόσο, επειδή οι μακροπρόθεσμοι στόχοι πάντοτε με φόβιζαν, αυτό που θα ήθελα στο μέλλον είναι να συνεργάζομαι με αξιόλογους και ταλαντούχους ανθρώπους και να έχω τη δυνατότητα και τη δημιουργικότητα να συνεχίσω να επικοινωνώ μουσικά αυτά που έχω να πω.

Κλείνοντας, πες ό,τι θέλεις στους mindtrappers:

Τις παγίδες του, ο καθένας τις έχει στο μυαλό του.

Κάθε παγίδα σου δίνει πάντα δύο επιλογές:

είτε να γίνει αδιέξοδο, είτε να γίνει ευκαιρία. 

Φωτογραφία: Γιώργος-Όμηρος Χριστάκος

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.