Ήταν μια φορά κι έναν καιρό δυο αδέρφια. Ο Πλούτος και η Αξιοκρατία. Με την πρώτη ματιά, θα έλεγε κανείς ότι δεν υπήρχε περίπτωση αυτοί οι δύο να ανήκουν στην ίδια οικογένεια. Ντυμένος πάντοτε στην τρίχα και με πανάκριβα ρούχα, ο Πλούτος πήγαινε από δεξίωση σε δεξίωση, όπου και έφτανε με των πολλών αλόγων αυτοκίνητό του. Ήταν όμως γενναιόδωρος και δεν τον ενοχλούσε καθόλου να μοιράζεται υλικά και πνευματικά αγαθά. Στην οικογενειακή επιχείρηση πήγαινε μόνο για να υπογράψει συμβόλαια, να εισπράξει και να ρωτήσει την Αξιοκρατία αν όλα ήταν υπό έλεγχο.

Εκείνη, σε αντίθεση με τον αδερφό της, ακολουθούσε σπανίως σε κοσμικές εκδηλώσεις, αλλά όταν το έκανε όλοι την υποδεχόντουσαν με ενθουσιασμό. Έμενε στο γραφείο μέχρι αργά, φροντίζοντας όλα στην επιχείρηση να τρέχουν ρολόι. Έτσι και γινόταν. Παρείχε  προϊόντα υψηλής ποιότητας, οι υπάλληλοι αμοιβόντουσαν στην ώρα τους, έγκυοι και  υπάλληλοι με μονογονεϊκές οικογένειες είχαν καλύτερες παροχές.  Είχε το τίμημά του στην κοινωνική της ζωή, αλλά η Αξιοκρατία ήταν ικανοποιημένη, αγαπητή από εργαζόμενους και συνεργάτες.

Μέχρι που ο Πλούτος, σε ένα από τα διάφορα γκαλά που πήγαινε, γνώρισε τη Διαφθορά. Ξελιγωμένη εκείνη για πολυτέλεια, τον «ερωτεύτηκε» παράφορα και δεν άφησε το πλευρό του ποτέ. Πριν προλάβει να περάσει λίγος καιρός, χρησιμοποιούσε τα χρήματά του για καθημερινά ψώνια, αγόρασε δικό της αυτοκίνητο και άλλαξε όλη τη διακόσμηση του σπιτιού του γιατί της φαινόταν προχειροφτιαγμένο.

Δεν κατσικώθηκε μόνο στο σπίτι, αλλά και στην επιχείρηση. Προσέλαβε γνωστούς και συγγενείς της σε διευθυντικές θέσεις και αύξησε τους μισθούς τους, με αντάλλαγμα να την υποστηρίζουν σε ό,τι κάνει. Ο Πλούτος παρατηρούσε τα γεγονότα αμέτοχος, όσο η Διαφθορά συνέχιζε το έργο της. Επειδή τα χρήματα ποτέ δεν της έφταναν, άρχισε να απολύει προσωπικό, να μειώνει μισθούς και προνόμια.

Η Αξιοκρατία φυσικά, αποτελούσε εμπόδιο στα σχέδιά της και της καθόταν στο λαιμό. Μαζί με τα τσιράκια της, η Διαφθορά πλαστογράφησε ένα έγγραφο που την κατηγορούσε για υπεξαίρεση. Ο Πλούτος, μην έχοντας προηγούμενη εμπειρία στο χώρο κατάπιε το ψέμα αμάσητο και την έδιωξε, μαζί με καμιά δεκαριά υπαλλήλους , γιατί οι δαπάνες της εταιρείας είχαν αυξηθεί. Για την ακρίβεια, η Διαφθορά ήθελε να αγοράσει καινούργιο κολιέ.

Σύντομα η Διαφθορά έκανε τον Πλούτο χαρούμενο, αφού του ανακοίνωσε πως θα γινόταν πατέρας.  Οι ανάγκες για μωρουδιακά και ρούχα εγκυμοσύνης μεγάλωσαν, και εκθετικά μεγάλωσαν οι απολύσεις και η ελάττωση της ποιότητας των προϊόντων. Στο ενδιάμεσο, παλιοί φίλοι και υποστηρικτές έχασαν την εμπιστοσύνη τους στην εταιρεία. Οι πωλήσεις έπεφταν και τα χρέη μεγάλωναν. Ο Πλούτος άρχισε να ανησυχεί, καθώς η Διαφθορά είχε αφηνιάσει και τα πράγματα είχαν βγει εκτός ελέγχου. Ολοένα και πιο συχνά αποζητούσε την Αξιοκρατία, η οποία δεν του είχε ξαναμιλήσει έκτοτε.

Σε εννιά μήνες, ανάμεσα σε μια απεργία κι ένα έγγραφο κατάσχεσης του κτιρίου της επιχείρησης,  γεννήθηκε η κόρη του Πλούτου και της Διαφθοράς. Και το όνομα αυτής: Εξαθλίωση.

Με την ίδια λέξη να βρίσκεται στα στόματα και τη ζωή απολυμένων, εργαζομένων, ακόμα και εχόντων.

Ο Πλούτος, φτωχός κι αυτός πια, εγκατέλειψε την οικογένειά του, άφησε ό,τι απέμεινε στην κόρη του και άρχισε να ψάχνει την Αξιοκρατία. Κατάλαβε, έστω και αργά, ότι χωρίς αυτήν, κληρονόμος του, αλλά και του κόσμου θα παραμένει η Εξαθλίωση.

Όταν και αν τελικά τη βρει, θα ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Ίσως.

Γιατι η σημασία των «ναι» και των «όχι», αμφίβολη είναι πια.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.