Ο Πασχάλης Πράντζιος γεννήθηκε στην Ανάβρα Καρδίτσας το 1971. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής σχολής του Α.Π.Θ και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση ως φιλόλογος καθηγητής. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και συνεργάζεται με το λογοτεχνικό περιοδικό «Κλεψύδρα» από τον Δεκέμβρη του 2011.

Εμφανίστηκε στα Ελληνικά Γράμματα το 2006 με το μυθιστόρημα «Και πάντα με χείλη κόκκινα» από τις εκδόσεις «Ωκεανίδα». Στις ίδιες εκδόσεις κυκλοφόρησαν και τα δύο επόμενα μυθιστορήματά του, «Περί ανέμων και γάτων» το 2009 και «Λιωμένο μολύβι» το 2012. Την Άνοιξη του 2013 συμμετείχε στη συλλογική έκδοση διηγημάτων με τίτλο «Ιστορίες από ένα παγκάκι» από τις εκδόσεις Σαΐτα, με το διήγημά του «Νέες Εποχές – Νέα Παγκάκια». Τον Οκτώβρη του 2014 κυκλοφόρησε από την Ωκεανίδα  το καινούριο του μυθιστόρημα «η πόλη έχει ρεπό», ενώ είναι υπό έκδοση το νέο του μυθιστόρημα με τίτλο «Το Καφενείο», που αναμένεται να κυκλοφορήσει το 2016. 

Πότε ξεκινά η σχέση σας με τη συγγραφή; Το μικρόβιο της συγγραφής, ας πούμε, αντιληφθήκατε νωρίς ότι υπάρχει ή σας προέκυψε στην πορεία; 

Αν τη σχέση μας με τη συγγραφή την ορίζει το χαρτί και το μολύβι, ναι, γράφω από μικρός, από τα χρόνια της πρώιμης εφηβείας. Τότε βέβαια το χαρτί ήταν εκτόνωση ψυχής, ανάγκη επικοινωνίας και προσπάθειας να καταλάβω τον κόσμο γράφοντας, καθώς μεγάλωνα. Είναι όμως άλλο πράγμα το να γράφει κανείς κείμενα που αφορούν τον εαυτό του επί παραδείγματι και άλλο να υπηρετεί την τέχνη της μυθιστορίας. Μέχρι τα τριάντα μου χρόνια επίσης πάσχιζα να γράψω ποίηση, ωστόσο δεν έφτασα ποτέ στο προσδοκώμενο για μένα αποτέλεσμα. Η ποίηση, όμως, έγινε ο δρόμος για να περάσω σχεδόν χωρίς να το καταλάβω στην πεζογραφία. 

Θυμάστε ποια είναι η πρώτη ιστορία που γράψατε ποτέ;

Όταν τελείωνα το Δημοτικό διάβαζα με πάθος τις ιστορίες από τη σειρά των βιβλίων «οι μυστικοί εφτά». Ορμώμενος απ’ όσα διάβαζα είχα γράψει κι εγώ μια ιστορία για ένα παιδάκι που εξαφανίστηκε σ’ ένα ποτάμι, αλλά ντράπηκα και δεν έδειξα σε κανέναν αυτό που έγραψα… Δυστυχώς δεν ξέρω καν αν υπάρχει κάπου καταχωνιασμένη η ιστορία αυτή. Θα είχα μεγάλη περιέργεια να δω τώρα μετά από τόσα χρόνια τι είχε κατασκευάσει το μυαλό του δωδεκάχρονου Πασχάλη! 

Αν θεωρήσουμε ότι η συγγραφή στηρίζεται μεταξύ άλλων και στην έμπνευση, εσείς από πού αντλείτε την έμπνευσή σας για τις ιστορίες που δημιουργείτε στα βιβλία σας; 

Από την πραγματικότητα του σήμερα και του χτες, από πού αλλού; Ξέρετε, δεν πρόκειται ακριβώς για έμπνευση, δεδομένου ότι η  λογοτεχνία, έτσι όπως τουλάχιστον την αντιλαμβάνομαι εγώ,  ταυτίζεται με την πραγματικότητα και τους ανθρώπους της, δεν έχουμε δηλαδή από τη μια μεριά τη λογοτεχνία ως αποτέλεσμα έμπνευσης του γράφοντος και από την άλλη τη ζωή. Η λογοτεχνία βρίσκεται μέσα στη ζωή. Άρα, ο συγγραφέας εκεί οφείλει να αναζητά το υλικό του. 

Διαβάζοντας κανείς το τελευταίο σας βιβλίο «Η πόλη έχει ρεπό», νιώθει απίστευτη οικειότητα με τους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες που έχετε δημιουργήσει. Κατά πόσο οι ήρωες αυτοί έχουν στοιχεία ανθρώπων που γνωρίζετε;

Με την ερώτησή σας αυτή, μου δίνετε την πάσα να συμπληρώσω την πιο πάνω τοποθέτησή μου. Όπως δεν γίνεται να στέκει από τη μια μεριά η λογοτεχνία και από την άλλη η ζωή, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο δεν μπορούμε να έχουμε από τη μια μεριά το μυθιστορηματικό ήρωα και από την άλλη τον άνθρωπο. Δεν είναι κάτι άλλο ο μυθιστορηματικός ήρωας, ένας άνθρωπος είναι όπως όλοι μας, κάποιες φορές ίσως πιο ιδιαίτερος και κάποιες άλλες το ίδιο κανονικός. Έτσι ακριβώς δεν είναι και οι άνθρωποι γύρω μας; Ο καθένας είναι μοναδικός γι’ αυτό που είναι. Κάποιοι επιλέγονται από τους συγγραφείς και γίνονται ήρωες σε βιβλία. Δεν έχει τόση σημασία αν οι δικοί μου ήρωες είναι για παράδειγμα ο φίλος μου ο τάδε και η φίλη μου η δείνα. Το θέμα είναι να πείθει ένας ήρωας ότι είναι ένας από μας.

Μια διακαής απορία. Πώς προέκυψε το «Ταξιάρχης» ως όνομα του σκύλου;

Το βιβλίο είναι κωμωδία, οπότε το όνομα «Ταξιάρχης» πρωτίστως επιλέχθηκε χάριν αστειότητας. Μέσα στο μυθιστόρημα αιτιολογείται σε κάποιο σημείο.  Ο Ταξιάρχης, ξέρετε, είμαι εγώ. Γελάω. Σε κάθε βιβλίο που γράφω υπάρχω μεν μέσα σε όλους μου τους ήρωες, ωστόσο καταλήγω να είμαι πάντοτε κρυμμένος πίσω από έναν. Ε, στην Πόλη έχει ρεπό, εγώ είμαι ο σκύλος! Ο Ταξιάρχης έχει το χαρακτήρα μου. Άλλωστε, αν δείτε το βιβλίο σ’ ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, θα παρατηρήσετε ότι στο μυθιστόρημα αυτό ανθρωποποιούνται τα ζώα και ζωοποιούνται οι άνθρωποι. Στο βιβλίο αυτό οι αρχές και οι αξίες που πρέπει να διέπουν τη φύση του ανθρώπου μετατοπίζονται στα ζώα, που τις υπηρετούν με μεγαλύτερη συνέπεια απ’ ό,τι οι άνθρωποι. 

Ποιο βιβλίο θα θέλατε να είχατε γράψει;

«Το άρωμα», του Πάτρικ Ζίσκιντ. Η σύλληψη της ιδέας του συνεχίζει να συγκλονίζει τη σκέψη μου 25 χρόνια μετά από τότε που το πρωτοδιάβασα.

Αγαπημένοι Έλληνες και ξένοι λογοτέχνες;

Θα μπορούσα να μιλώ επί ώρες για τους συγγραφείς που αγαπώ. Στη ζωή μου υπήρξα περισσότερο αναγνώστης απ’ ό,τι συγγραφέας και αναγνώστης επιθυμώ να παραμείνω. Είναι πολλοί οι συγγραφείς που αγαπώ κι ανακαλύπτω και διαρκώς συγγραφικές φωνές που δεν γνωρίζω, δεδομένου ότι δεν φτάνει μία ζωή –πιθανόν ούτε και δύο- για να μελετήσει κανείς τα λογοτεχνικά κείμενα. Ως απάντηση θα επιλέξω δυο συγγραφείς που ο χρόνος απέδειξε τη σημαντικότητα του έργου που μας άφησαν: τον Ντοστογιέφσκι και τον Καζαντζάκη.  

Έχετε πειραματιστεί με άλλα είδη συγγραφής (αρθρογραφία, στιχουργική);

Αγαπώ γενικώς όλες τις μορφές του έντεχνου λόγου και συχνά πυκνά συντάσσω κάποια κείμενα. Ο στόχος μου όμως και ο προσανατολισμός μου είναι το μυθιστόρημα. Έχω πολύ δρόμο μπροστά μου και πολλά όνειρα κι ο δρόμος της μυθιστορηματικής συγγραφής είναι ακόμη στην αρχή για μένα. 

Μελλοντικά σχέδια; Υπάρχει κάποια ιστορία στα σκαριά;

  Αυτές τις μέρες ολοκληρώνω τις διορθώσεις του καινούριου μυθιστορήματος που έχω γράψει. Τιτλοφορείται «Το Καφενείο» και η θεματική του είναι ο χρόνος. 

Τέλος, πείτε ό,τι θέλετε για τους mindtrappers και τους αναγνώστες.

Θα πω δυο λόγια μέσα από τον καινούριο μου ήρωα, τον Αντίνοο, στο βιβλίο που ετοιμάζω… «Είναι πολύ σημαντικό όταν όλοι στέκονται κάτω από τις ομπρέλες, εσύ στη σκέψη σου να στέκεσαι κάτω από τη βροχή χωρίς να βρέχεσαι, να νιώθεις σαν το παιδί που βγάζει βόλτα ένα μπαλόνι και πετά με τη φαντασία του ψηλά μαζί του. Είναι πολύ σημαντικό επίσης να ξυπνάς από το τραγούδι ενός πουλιού και δίπλα σου να μυρίζουν τα σεντόνια σου το άρωμα του ανθρώπου που αγαπάς. Να μην κρυώνεις τις νύχτες, γιατί υπάρχει κάποιος που σε σκεπάζει με τη φωνή του. Να μπορείς να συνεχίζεις να κάνεις πράγματα που έκανες μικρός. Να μη φοβάσαι το σκοτάδι, ούτε τις βροντές, ούτε τη μοναξιά, γιατί μέσα σου ξέρεις να βλέπεις το ηλιοβασίλεμα. Γιατί είναι πολύ σημαντικό να ανασαίνεις και να έχεις ελπίδα».

Email: [email protected]

Facebook: Pasxalis Prantzios

Ιστοσελίδα: www.oceanida.gr

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.