Ο ύπνος είναι μια φυσιολογική, περιοδική κατάσταση ηρεμίας, η οποία χαρακτηρίζεται από προσωρινή μεταβολή της συνείδησης του εξωτερικού κόσμου, μείωση των κινήσεων των σκελετικών μυών και της αναπνοής καθώς επίσης και επιβράδυνση του μεταβολισμού.

Ο ύπνος είναι απαραίτητος για την ομαλή εξέλιξη της σωματικής και πνευματικής μας υγείας. Σύμφωνα με έκθεση του Αμερικανικού Ιδρύματος για τον Ύπνο, τα νεογέννητα έχουν ανάγκη από 14-17 ώρες ύπνου την ημέρα. Ο αριθμός αυτός μειώνεται όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος. Σταθεροποιείται στην ενήλικη ζωή στις 7-9 ώρες ύπνου, ενώ κατά το πέρασμα στην τρίτη ηλικία μειώνεται κατά 1 ώρα.

Φυσικά οι αριθμοί αυτοί είναι ενδεικτικοί, λαμβάνοντας όμως υπ’ όψιν μας πως η υπερβολική μείωση ή αύξηση των ωρών ύπνου έχει συσχετισθεί με πλήθος προβλημάτων υγείας όπως είναι τα καρδιαγγειακά νοσήματα.

Πολύ σημαντική εκτός από την ποσότητα είναι και η ποιότητα του ύπνου. Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαπιστώθηκε ότι 1 στους 3 ενήλικες ταλαιπωρείται από διαταραχές ύπνου ενώ στην Ελλάδα οι πάσχοντες είναι πάνω από 2 εκατομμύρια.

Οι διαταραχές του ύπνου σύμφωνα με το DSM IV–TR (Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρίας) διακρίνονται σε 4 κατηγορίες ανάλογα με την αιτία τους.

Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι κύριες διαταραχές ύπνου, στις οποίες περιλαμβάνονται α) οι δυσυπνίες, όπου η διαταραχή οφείλεται σε συναισθηματικά αίτια  κι αφορά στη διάρκεια και στη ποιότητα του ύπνου, καθώς και στην ώρα που ένα άτομο κοιμάται και β) οι παραϋπνίες,οι οποίες είναι διαταραχές με χαρακτηριστικό τα μη φυσιολογικά επεισόδια που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια του ύπνου. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι διαταραχές του ύπνου που είναι αποτέλεσμα προβλημάτων της ψυχικής υγείας του ατόμου. Στην τρίτη κατηγορία είναι οι διαταραχές που συσχετίζονται με κλινικά προβλήματα, επομένως είναι αποτέλεσμα προβλημάτων υγείας του ατόμου. Τέλος, στην τέταρτη κατηγορία βρίσκει κανείς τις διαταραχές που συσχετίζονται με τη χρήση ουσιών όπως είναι τα φάρμακα και η καφεΐνη.

Η πιο συνηθισμένη διαταραχή ύπνου είναι η αϋπνία και ανήκει στις δυσυπνίες. Πάσχοντες είναι συχνότερα οι γυναίκες και οι ηλικιωμένοι. Χαρακτηρίζεται από μη ικανοποιητική ποσότητα και ποιότητα ύπνου, πρόβλημα που διαρκεί για σημαντική χρονική περίοδο. Η αϋπνία οδηγεί σε δυσκολία συγκέντρωσης του ατόμου κατά την διάρκεια της ημέρας και σ’ ένα διαρκές αίσθημα κόπωσης. Η έλλειψη ύπνου προκαλεί ευερεθιστότητα και μειωμένη διάθεση.

Τα συχνότερα συμπτώματα είναι η δυσκολία του ατόμου να αποκοιμηθεί, οι λίγες ώρες ύπνου και οι συνεχείς αφυπνίσεις κατά την διάρκειά του, η έντονη κούραση κατά το ξύπνημα και καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και το πολύ πρωινό ξύπνημα. Σημαντικότερη αίτια είναι το στρες. Επίσης, η ύπαρξη μιας πάθησης μπορεί να προκαλέσει αϋπνία λόγω του πόνου ή της δυσφορίας που νιώθει το άτομο. Τέλος σε κάποιες ψυχικές διαταραχές όπως είναι η κατάθλιψη μπορεί να εκδηλωθεί  αϋπνία. Η θεραπεία για την χρόνια αϋπνία μπορεί να περιλαμβάνει βελτίωση των συνθηκών του ύπνου και φαρμακευτική αγωγή σε συνδυασμό με ψυχοθεραπεία.

Το αντίθετο της αϋπνίας είναι η υπερυπνία όπου χαρακτηρίζεται από υπερβολική υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας για τουλάχιστον 1 μήνα. Τα άτομα που πάσχουν από αυτή τη διαταραχή  κάνουν συνήθως παρατεταμένο νυχτερινό ύπνο και έχουν δυσκολία στην επίτευξη της πλήρους εγρήγορσης μετά την πρωινή αφύπνιση. Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει διεγερτικά φάρμακα, αντικαταθλιπτικά ενώ βοηθητικό θα είναι η προσπάθεια του ασθενή να κοιμάται περισσότερο την νύχτα και να αποφεύγει το αλκοόλ και την καφεΐνη.

Η ναρκοληψία είναι μια ακόμα διαταραχή ύπνου ή οποία ανήκει στις δυσυπνίες. Χαρακτηριστικά της είναι η υπερβολική υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας και τα συχνά επεισόδια ύπνου ακόμα και όταν το άτομο βρίσκεται εν μέσω μιας δραστηριότητας (για παράδειγμα της οδήγησης), η καταπληξία (ξαφνική εμφάνιση αδυναμίας στους μύες του κεφαλιού, του αυχένα, του σώματος ή των ποδιών) παρουσιάζεται συχνότερα όταν το άτομο φορτίζεται συναισθηματικά. ο ναρκοληπτικός στην φάση της καταπληξίας μπορεί να σωριαστεί ή  να του πέσουν τα αντικείμενα που κρατά. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό είναι οι ψευδαισθήσεις οι οποίες δημιουργούνται κατά τη μετάβαση από την εγρήγορση στον ύπνο και το αντίθετο. Συνίστανται σε οπτικές κυρίως ψευδαισθήσεις, κατά τις οποίες το άτομο μπορεί να αναφέρει την παρουσία κάποιου ατόμου ή κάποιας σκιάς μέσα στο δωμάτιο ή την ύπαρξη εντόνων χρωμάτων. Τέλος, η υπνική παράλυση (σύντομα επεισόδια παράλυσης στην αρχή ή το τέλος του ύπνου). Σημαντικό για τον ναρκοληπτικό ασθενή είναι να λάβει φαρμακευτική αγωγή, να ορίσει σταθερά ωράρια ύπνου και  να αποφεύγεται η κατανάλωση αλκοόλ και καφεΐνης πριν τον βραδινό ύπνο, ώστε να υπάρχει καλύτερη ποιότητα νυχτερινού ύπνου, με αποτέλεσμα να καταπολεμάται το αίσθημα κούρασης την ημέρα. Πιθανών χρήσιμη θα ήταν και η συμμετοχή του πάσχοντα σε κάποια ομάδα ψυχολογικής υποστήριξης.

Στις παραϋπνίες κατατάσσεται η διαταραχή εφιαλτών κατά την οποία το άτομο διακόπτει τον ύπνο του εξαιτίας επαναλαμβανόμενων εφιαλτών τους οποίους  θυμάται λεπτομερώς όταν ξυπνήσει. Μετά την αφύπνιση το άτομο ανακτά γρήγορα πλήρη εγρήγορση και προσανατολισμό. Η χρήση μερικών ψυχοτρόπων φαρμάκων έχει βρεθεί πως βοηθάει στην καταπολέμηση των εφιαλτών.

Οι υπνικοί τρόμοι είναι μια ακόμα διαταραχή ύπνου, η οποία εκδηλώνεται με νυχτερινά επεισόδια εντονότατου τρόμου και πανικού συνοδευόμενα από δυνατές κραυγές και έντονη κινητικότητα ενώ μπορεί να παρουσιαστεί ταχυκαρδία, ιδρώτας και διεσταλμένες κόρες. Σε αντίθεση με τους εφιάλτες το άτομο κατά την διάρκεια ενός υπνικού τρόμου, χωρίς να έχει ονειρευτεί κάτι τρομακτικό, νιώθει μια ανεξήγητη αίσθηση φόβου. Μετά την αφύπνιση δεν υπάρχει συνήθως ανάμνηση του επεισοδίου.

Οι υπνικοί τρόμοι συνδέονται με μια άλλη διαταραχή, την υπνοβασία καθότι και οι δυο καταστάσεις θεωρούνται διαταραχές της αφύπνισης από τα βαθύτερα στάδια του ύπνου. Η υπνοβασία εκδηλώνεται κατά το πρώτο τρίτο του ύπνου και τα χαρακτηριστικά της είναι  τα ανοικτά μάτια (πλην όμως σε σύγχυση ή «γυάλινα»),η πιθανότητα ύπαρξης -συχνά μπερδεμένης- ομιλίας και το γεγονός πως το άτομο περιφέρεται  στο χώρο έχοντας μειωμένη την αντίληψη του περιβάλλοντος, την αντιδραστικότητα και την κινητική δεξιότητα.

Θεραπείες για την υπνοβασία δεν υπάρχουν, όμως βοηθούν η μείωση του στρες, ο επαρκής ύπνος και ο περιορισμός του αλκοόλ. Αν κάποιο μέλος της οικογένειάς μας υπνοβατεί, είναι σημαντικό να ελαχιστοποιήσουμε τις πιθανότητες να τραυματιστεί κλειδώνοντας τις πόρτες και τα παράθυρα και απομακρύνοντας από το χώρο τυχόν εμπόδια και αιχμηρά αντικείμενα. Η διαταραχή αυτή συναντάται πιο συχνά σε παιδιά. Προσβάλει το 10% αυτών και 1 στους 50 ενήλικες. Συχνότερα αρχίζει μεταξύ 4 και 8 ετών, κορυφώνεται γύρω στα 12 και υποχωρεί συνήθως αυτόματα μέχρι την ηλικία των 15 ετών.

Ο ύπνος λοιπόν δεν είναι για όλους τους ανθρώπους μια διαδικασία που επιτυγχάνεται με ευκολία, γίνεται εκούσια και προσφέρει ώρες χαλάρωσης και αναζωογόνησης. Υπάρχουν άνθρωποι που τα προβλήματα τους ξεκινούν μόλις ανοίγουν τα μάτια τους το πρωί καθώς ο ύπνος είναι γι’ αυτούς ώρες ξεγνοιασιάς κι ηρεμίας.

Υπάρχουν και κάποιοι άλλοι όμως που τα προβλήματα τους ξεκινούν μόλις κλείσουν τα μάτια και αποκοιμηθούν ή λίγο πριν, όσο θα το προσπαθούν.

Πηγές

Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής, Ταξινόμηση ICD-10 ψυχικών διαταραχών και διαταραχών της συμπεριφοράς: κλινικές περιγραφές και οδηγίες για τη διάγνωση. Στεφανής Κ., Σολδάτος Κ., Μαυρέας Β. (επιμ.), ΒΗΤΑ Ιατρικές Εκδόσεις, Αθήνα

el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CF%8D%CE%BB%CE%B7:%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1

www.in.gr

www.iatronet.gr

www.iatropedia.gr

www.fsl.gr

www.medlook.net

ygeia.tanea.gr

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.