Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Οι γονείς μου επίσης. Οι γιαγιάδες μου το ίδιο. Ο μόνος που ξέφυγε είναι ο ένας μου παππούς που γεννήθηκε Κωνσταντινούπολη, μα μετά ήρθε κι αυτός στην Αθήνα. Από τα παραπάνω συνεπάγεται πως όταν οι συμμαθητές μου στο σχολείο έκαναν τρίμηνες διακοπές στα χωριά τους, εγώ έβραζα στην πρωτεύουσα περιμένοντας την μια βδομάδα που θα πηγαίναμε διακοπές. Το μόνο θετικό σε όλο αυτό ήταν το γεγονός πως οι διακοπές μου είχαν ποικιλία. Κάθε καλοκαίρι σε διαφορετικό μέρος και σχεδόν πάντα σε κάποιο νησί. Παρόλα αυτά εγώ πάντα σαν παιδί ευχόμουν να είχα χωριό.

Στα 15 μου νομίζω ήταν η πρώτη φορά που δήλωσα πως όταν μεγαλώσω θα πάω να μείνω μόνιμα σε κάποιο νησί και θα έχω ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα. Ο πατέρας μου με κοιτούσε με απόγνωση λέγοντας μου πως είμαι τρελή και πως είναι αδύνατον να επιθυμώ κάτι τέτοιο αφού σχεδόν όλα τα παιδιά που μένουν στην επαρχία θέλουν να έρθουν στην Αθήνα, είτε για σπουδές, είτε για δουλειά, είτε απλά για να ζήσουν.

Ήταν η ίδια χρονιά που ξεκίνησα να πηγαίνω, ακόμα και μόνη μου, μονοήμερες στη Αίγινα- καθότι ήταν το πιο κοντινό νησί- όταν ήθελα να διαβάσω, να ηρεμήσω ή απλά να κάνω βόλτα. Οι πρωτευουσιάνικες βόλτες μου από την άλλη, σχεδόν πάντα αναζητούσα να περιλαμβάνουν θάλασσα. Αυτό συνέβαινε όλα τα χρόνια που έζησα στην Αθήνα.

Τα χρόνια περνούσαν και τη μετακόμιση στο νησί πάντα την προλάβαινε κάτι άλλο. Έτσι κάποια στιγμή αποφάσισα απλά να μετακομίσω κάπου, που αν και θα ήταν εντός Αττικής, θα μπορούσα να είμαι κοντά στη θάλασσα. Έτσι βρήκα ένα σπίτι στην Πειραϊκή. Όταν μπήκα στο σπίτι σκέφτηκα πως βρέθηκα ένα βήμα πιο κοντά στη θάλασσα και πως το επόμενό μου σπίτι θα είναι σε νησί.

Οι λόγοι που με έκαναν, ανέκαθεν ουσιαστικά, να θέλω να φύγω από την Αθήνα, δεν ήταν προφανώς μόνο η θάλασσα. Αν ήταν αυτό θα μετακόμιζα κάπου στη παραλιακή, αλλά δεν έφτανε μόνο αυτό.

Η Αθήνα για μένα μοιάζει με γίγαντα. Όποτε άπλωνε τα χέρια του να με πάρει αγκαλιά με έσφιγγε τόσο πολύ που ένιωθα πως θα με πνίξει κι όταν ήθελα εγώ να τον πάρω αγκαλιά ήταν τόσο ψηλά που δεν τον έφτανα. Όταν στεκόμουν δίπλα του ήταν τόσο τεράστιος που μου έκρυβε οτιδήποτε όμορφο υπήρχε γύρω μου.

Τα πρωινά που έβγαινα από το σπίτι μου φώναζα καλημέρα μα ποτέ δεν μου απαντούσε, γιατί πάντα ήταν πολύ βιαστικός κι  απασχολημένος.  Όταν περπατούσα έπρεπε πάντα το  βήμα μου να είναι γρήγορο γιατί αλλιώς υπήρχε ο κίνδυνος να με ποδοπατήσει. Τα βήματα του ήταν τεράστια, βαριά και πολύ θορυβώδη. Τα παιδιά δεν έπαιζαν πια στους δρόμους γιατί οι  γονείς τους φοβόντουσαν μήπως ο γίγαντας δεν τα δει και τα χτυπήσει κατά λάθος. Φοβόντουσαν επειδή κάνει τόσο θόρυβο που αν τους συμβεί κάτι και φωνάξουν κανείς δεν θα μπορέσει να τα ακούσει.  επειδή είναι τόσο μεγάλος και απρόσιτος που δεν μπόρεσαν ποτέ να τον γνωρίσουν καλά, δεν ήθελαν να αφήνουν τα παιδιά τους με έναν άγνωστο.

Ήθελα πάντα να ζήσω κάπου που όταν βγαίνω στο μπαλκόνι μου το βράδυ να κάνω ένα τσιγάρο, δε θα μετράω παρκαρισμένα αυτοκίνητα αλλά αστέρια. κάπου που η μέρα μου θα ξεκινάει με καλημέρες και όχι με κορναρίσματα και βρισιές. Ήθελα να ζω σε σπίτι κι όχι σε τσιμεντένιο κλουβί. Να μπορώ να επιστρέφω το βράδυ χωρίς να πρέπει το ταξί να με αφήσει μπροστά στη πόρτα του σπιτιού μου και κατά προτίμηση να περιμένει να μπω μέσα. Ήθελα να μην χρειάζεται να κάνω 30 χλμ τη μέρα για να πάω και να ‘ρθω από τη δουλειά μου. Να μην ξεκινάω να πάω βόλτα και να καταλήγω να περπατάω σαν να κάνω αγώνα δρόμου απλά και μόνο γιατί αυτός ο ρυθμός περπατήματος πια έχει γίνει βίωμα. Ήθελα όταν θα κάνω παιδιά να μπορούν να κάνουν ποδήλατο, να παίζουν μπάλα, να πηγαίνουν για ψάρεμα, να μην χρειάζεται να βγαίνω στο μπαλκόνι νατα παρακολουθώ για να πάνε στο απέναντι περίπτερο και να μην είναι κλεισμένα σ’ ένα δωμάτιο βλέποντας τηλεόραση και παίζοντας ηλεκτρονικά.

Θέλησα να ζω σε ένα μέρος που θα με γεμίζει ενέργεια. Στην καθημερινότητα μου και όχι όταν φεύγω από εκεί. Θέλησα ένα μέρος πιο ανθρώπινο, πιο ζεστό και λιγότερο χαοτικό και θορυβώδες από την Αθήνα.

Έτσι πριν 1,5 χρόνο, παραιτήθηκα από τη δουλειά μου, μάζεψα τα μπογαλάκια μου, μετακόμισα στο νησί και νιώθω πως είναι από τις σωστότερες επιλογές που έκανα στη ζωή μου. Νοίκιασα ένα πανέμορφο σπίτι δίπλα στη θάλασσα, πήρα ένα σκύλο που μου βγάζει την  πίστη ανάποδα, φύτεψα ντοματούλες, πιπεριές και διάφορα άλλα σε γλάστρες και έφτιαξα τον δικό μου κήπο. Κάποια πρωινά βρίσκω έξω από τη πόρτα μου σακούλες με διάφορα ζαρζαβατικά που μου έχει αφήσει η ιδιοκτήτρια μου από τον κήπο της και χαίρομαι απλά και μόνο επειδή με σκέφτηκε. Στο κάτω σπίτι μένουν οι καλύτεροι γείτονες που θα μπορούσα να έχω.

Όταν έχει πανσέληνο μπορώ να κάθομαι στον καναπέ μου και να βλέπω το φεγγάρι να φωτίζει τη θάλασσα. Όταν έχει συννεφιά δεν ψάχνω να βρω ουρανό απλά σηκώνω το κεφάλι μου και φτιάχνω σχέδια με τα σύννεφα και όταν βαριέμαι στο σπίτι κατεβαίνω στην παραλία να κάνω ένα τσιγάρο. Επίσης, οι δικοί μου έχουν μέρος να κάνουν διακοπές  για όσο θελήσουν

Τέλος, μπορεί να μην εργάζομαι εκεί που ονειρευόμουν μα δουλεύω σε ένα χώρο με ανθρώπους που αγάπησα πολύ γρήγορα γιατί μόνο αυτό τους αξίζει. Συνεργάτες που έγιναν φίλοι μου,  χαίρονται με τη χαρά μου και αν τύχει κι έχω τις μαύρες μου, «μου πετάνε κουβάδες με χρώματα» και μου κάνουν τη μέρα πιο φωτεινή.

Προσγειώθηκα, λοιπόν, ουρανοκατέβατη όπως λένε, σ’ ένα νησί που είχα μόνο μια πολύ αγαπημένη φίλη που έχει φτιάξει εδώ την οικογένεια της. Βρήκα μέσα σε μια βδομάδα σπίτι, δουλειά και προσαρμόστηκα απόλυτα από την αρχή. Πάντα άλλωστε πίστευα πως αν θες, μπορείς. Όλα τ’ άλλα είναι στο μυαλό.

Υ.Γ. Ο μπαμπάς μου πια εύχεται να είχε μετακομίσει κι εκείνος σ’ ένα νησί.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.