Θέλω να ζήσω στα Εξάρχεια.

Για έναν περίεργο λόγο, τους τελευταίους μήνες, μου έχει δημιουργηθεί μια επιθυμία, που μάλλον επιθυμία θα παραμείνει, γιατί βλέπεις, είμαι πολύ ''μικρός'' για να παρατήσω τα πάντα και την πραγματοποιήσω.

Θέλω, λοιπόν, να ζήσω στα Εξάρχεια. Μη σκέφτεσαι τα Εξάρχεια, που βλέπεις στην τηλεόραση. Σκέψου τον τόπο, όπου ξεκινάει κάθε τι καινοτόμο σε σχέση με την ζωή, την ελευθερία, την έκφραση.

Δεν έχω πάει ποτέ εκεί, μα το φαντάζομαι κάπως έτσι: Τα πάντα ακίνητα το πρωί, ήσυχα, σχεδόν νεκρικά, με ανθρώπους, που ξυπνούν πιο αργά και το τραβάνε πιο πίσω. Νύχτες γεμάτες ένταση.

Όχι μολότοφ, μπάτσους και καπνούς. Κόσμος που περιφέρεται, μιλάει, γελάει δυνατά και βρίζει. Δρόμους βρώμικους, ζωγραφισμένους με στιχάκια του Άσημου και εικόνες του Αλέξη.

Μη βιαστείς, δεν την είδα ξαφνικά αναρχικός, ούτε διάβασα χθες το «τρία κλικ αριστερά».

Όλα τα δυνατά, ξεκινούν από εκεί, από την καρδιά, το κέντρο της πρωτεύουσας.

Ένα κέντρο διαφορετικό από ο,τι έχουμε και φανταστεί.

Δεν έχει τίποτα glam. Δε χωράει εκεί.

Ένα κέντρο με περίεργους ανθρώπους, που γεννούν ιδέες, κινήματα, εξεγέρσεις. Ανθρώπους, που μετά χάνονται, τους καταπίνει το κύμα, το κύμα της ανανέωσης, τα ίδια τα Εξάρχεια.

Αποκομμένος από το προεκλογικό κλίμα, απόρροια επιλογής, επιλέγω να σκεφτώ την φάση των Εξαρχείων.

Φαντάζομαι κουκούλες, μοϊκάνες, στενά τζιν, άδεια μπουκάλια, μυρίζω κάτουρο στις γωνίες και βλέπω πρέζα παντού.

Τα Εξάρχεια, όμως, δεν είναι αυτό. Έτσι, μας τα παρουσίασε η τηλεόραση.

Είναι ο λόγος, που είμαι ελεύθερος να γράφω ο,τι γουστάρω, να βρίζω και να έχω μούσια. Χωρίς εκείνα και την νοοτροπία τους, η χούντα δεν θα έπεφτε το 1973. Και τολμώ να πω νοοτροπία, γιατί αν το καλοσκεφτόσαστε, για κάτι τέτοιο πρόκειται. Όχι άσχημη, που μας χαρακτηρίζει ως λαό. Είδες, πάλι, βιάστηκες.

Οι Εξαρχειώτες έχουν αυτοδιαχειριζόμενα στέκια, που όχι, δεν είναι για να την πίνουν. Διδάσκουν τέχνη εκεί, διδάσκουν Ελληνικά σε μετανάστες και αυτοδιαχειριζόμενο, θα πει τσάμπα.

Ναι, ρε μπαγλαμά, ο καθένας φέρνει την μπύρα του και αν του περισσέψει μια, την κερνάει στον άγνωστο. Αυτή είναι νοοτροπία.

Μορφές, όπως ο Σιδηρόπουλος, δημιούργησαν στα και τα Εξάρχεια. Δεν το παίζω επαναστάτης, είπαμε, εγώ φοβάμαι και τον φόβο μου τον εκφράζω.

Τα δεκεμβριανά του Άλεξ από εκεί ξεκίνησαν. Όχι από κουκουλοφόρους και αναρχοαυτόνομους. Από τους κατοίκους, κάθε ηλικίας, γιατί μέσα τους έχουν την νοοτροπία των Εξαρχείων.

«Πες μου ένα ψέμα να αποκοιμηθώ, μοναχά για εσένα κάνω τον χαζό», τραγούδησε ο Άσιμος. Να μ’άγαπας, ο Σιδηρόπουλος. Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά, έγραψε η Κατερίνα Γώγου.

Οι Άγιοι των Εξαρχείων, όπως πολύ σωστά είχε πει ο Σταύρος Θεοδωράκης, πριν γίνει πολιτικός, στην εκπομπή του «πρωταγωνιστές».

Εκεί λοιπόν θέλω να ζήσω. Θέλω να πάρω μέρος σε όλο αυτό, χωρίς φασαρίες. Δε σπάω, δεν καίω, ποτέ δε θα το έκανα, αν και πιστεύω πως χωρίς τα παραπάνω τα Εξάρχεια δεν θα είχαν το ίδιο αποτέλεσμα.

Με εξιτάρει η ιδέα της φυσικής μου παρουσίας μέσα στον χώρο της δημιουργίας.

Θέλω να περπατήσω ανάμεσα στα χαλάσματα και τα στιχογραμμένα σοκάκια, διασχίζοντας τα παράξενα στέκια. Θέλω να ξεκολλήσει, επιτέλους, το μυαλό μου και να δω τον κόσμο με άλλο μάτι.

Εν όψει εκλογών, ας περπατήσουμε όλοι, έστω και νοερά, στην πλατεία Εξαρχείων, ίσως μετά, καταλάβουμε, πώς η ψήφος μας είναι πιο δυνατή από τις σφαίρες.

Καλά μυαλά λοιπόν.


 

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.