Βήματα γρήγορα, αργά, βαριεστημένα. Δεξί πόδι, αριστερό πόδι. Αυτόματες κινήσεις σε μια διαδρομή μηχανική σχεδόν από χρόνια. Δρόμος, στενάκι, πεζοδρόμιο, κόρνα, παράκαμψη, αδιέξοδο, φανάρι. Σταμάτημα προσωρινό, κεφάλι καζάνι. Πράσινο πάλι και φύγαμε. Πού πάμε, λίγη σημασία έχει. Πάμε κι αυτό είναι που μετράει.

Πόδια που σέρνονται, που τρέχουν, που βαρυγκωμούν και πάντα συνεχίζουν. Κάθονται, σηκώνονται, τεντώνονται και προχωρούν. Πόρτες ανοίγουν, σκαλοπάτια κουράζουν στην ανηφοριά, ξεκουράζουν στην κατηφοριά. Μπουφάν ανά χείρας, βαριά ανάσα και προορισμός κοντύτερα. Μακριά είναι ακόμα. Να πάρεις ένα λεωφορείο, ένα τρένο, να μεσάσεις την απόσταση. Ολιγόλεπτη στάση. Πόδια στέκονται όρθια κι εναλλάσσουν το βάρος  απ’ το ένα στο άλλο.

Θα ‘ρθει όπου να ‘ναι. Έχει ώρα που πέρασε το τελευταίο. Φαίνεται απ’ το πόσοι στέκονται παραπέρα. Ηλικιωμένοι, συνταξιούχοι, μαθητές, η κυρία με τα τεράστια γυαλιά ηλίου κι ο κύριος με το χαρτοφύλακα. Θα βγει η μέρα και σήμερα. Θα ακουμπήσουν λίγο στο πεζούλι, στην πινακίδα, στο παγκάκι να πάρουν μια ανάσα και να πάνε παρακάτω. Ένας σωρός κόσμος περιμένει για να μειώσει την απόσταση. Ζευγάρια πόδια που αρνούνται να συρθούν άλλο στους δρόμους. Θέλουν κάποιος να τους πάει λίγο πιο κάτω. Ζέστη πολλή, κρύο ανυπόφορο, ανάλογα τα κέφια.

Κι ύστερα, στάσεις με το κιλό. Στην πλατεία, στον ηλεκτρικό, στο φούρνο. Κάθε στάση και βήματα καινούρια. Λίγο πιο ξεκούραστα, λίγο πιο ανάλαφρα. Φτάνουν σε λίγο εκεί για όπου ξεκίνησαν. Ούτε που το κατάλαβαν. Συνήθισαν να περπατούν, να φεύγουν, να μένουν, να κάνουν αυτό που πρέπει όταν πρέπει με ακρίβεια χειρουργική.

Όσοι περπατούν με το κεφάλι σκυφτό. Δίπλα σου, μπροστά σου, πίσω σου, μέσα σου, εσύ. Άνθρωποι κι αυτοί που πάλεψαν να κρατήσουν το κεφάλι τους ψηλά. Να βλέπουν ουρανό, ήλιο, βροχή και κανένα δέντρο εδώ κι εκεί. Κορμιά που στέκονταν περήφανα, μάτια που ήταν καθαρά. Προβλήματα που έβρισκαν λύσεις κι αινίγματα που είχαν απαντήσεις. Δε φοβόντουσαν, δεν μεμψιμοιρούσαν. Είχαν μάθει να αντέχουν. Ανθεκτικός λαός με πείσμα και δύναμη.

Τσουβάλι τα εμπόδια κι εκείνοι τα πηδούσαν για να ‘ρθουν γρήγορα τα επόμενα. Δύσκολη ζωή με καλές στιγμές. Τότε που η υγεία ήταν το μόνο που ευχόσουν στο διπλανό σου. Τα υπόλοιπα θα έρχονταν όταν ήταν η ώρα τους. Το παν ήταν να στέκεσαι στα πόδια σου. Να μην το βάλεις κάτω, να μη δειλιάσεις, να μη σκύψεις το κεφάλι στο πάτωμα.

Κι ήρθαν τα πόδια και μουλάρωσαν. Δεν τους κρατάνε πια. Κι ήρθε ο φόβος κι έγινε μέρος τους. Κι ήρθε το κεφάλι και κρύφτηκε στο χώμα. Δεν αντέχει να κοιτάει ψηλά, δε βλέπει τίποτα πια. Μόνο μαυρίλα και οιωνούς καταστροφικούς. Όλο έρχεται το τέλος κι όλο στο δρόμο είναι. Απελπίστηκαν κι εκείνοι να το περιμένουν και περπατούν σκυφτοί.

Μήτε χαμόγελο, μήτε καλημέρες, μήτε ενδιαφέρον για την καμπούρα του αλλουνού. Βαρύ φορτίο τα δικά τους προβλήματα. Κανένας χώρος για να χωρέσουν κι άλλα. Σκυφτό κεφάλι για να μην ανταμώσουν τα βλέμματα, να μην ανταλλάξουν κουβέντες τα χείλη. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε. Τι καινούριο να μάθεις και τι νέο να σου πουν;  

Θυμός, θλίψη, πανικός. Βόμβα ωρολογιακή που μετράει αντίστροφα κι αλλάζει χέρια με ταχύτητες φωτός. Έγιναν όλα θέμα επιβίωσης. Φαγητό, νερό, στέγη. Κουράστηκαν να αρκούνται στα λίγα κι έσκυψαν το κεφάλι να μη βλέπουν την κατάντια τους. Δεν τους πειράζει που έσκυψαν. Τα δύσκολα είναι για τους δυνατούς. Τους πειράζει μήπως συνηθίσουν να στέκονται έτσι και δεν ξανασηκωθούν ποτέ.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.