Γενικά το αγαπάμε το Καλοκαιράκι. Και γιατί να μην το αγαπάμε δηλαδή που όλα τα καλά του κόσμου μαζί του τα φέρνει; Θες ήλιο; Να ένας εκεί πάνω, τόσος- με το συμπάθιο-. Θέλεις θάλασσα να πλατσουρίσεις σαν τη φώκια; Τόσες που δεν τις φαντάζεται ο νους σου. Θέλεις πανσέληνο, βαρκάδα στη φεγγαράδα και να χωθείς σαν πεντάχρονο μέχρι τη μύτη στα παγωτά; Ό,τι θέλεις το απλώνει μπροστά στα πόδια σου.

Τρία μηνάκια όνειρο. Τρία μηνάκια με τη ζέστη τους, τις βόλτες τους, τα cocktails τους, τα μαυρισμένα κορμιά που σε κάνουν να νιώθεις σαν να κατέβηκες απ’ τον Όλυμπο μόλις. Μέχρι εδώ καλά. Τις μέρες σου απολαμβάνεις τις αχτίδες, την αίσθηση του λινού στο κορμί σου, τη δροσιά μιας παραλίας. Τι νύχτες σου από την άλλη, όσα πράγματα και να θες να απολαύσεις, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα σου βγουν ξινά.

Κόυνουψ. Αυτός ο άγνωστος.

Ετοιμάζεσαι, παρφουμαρίζεσαι, γίνεσαι γαμπρός ή νύφη, όπως νιώθει ο καθείς και ξεκινάς να βγεις μία βόλτα. Θες να πας για ένα ποτό, μία μπίρα, ένα υποβρύχιο, βρε αδελφέ. Κάθεσαι σε μια γωνιά να χαλαρώσεις κι επειδή δεν είσαι Άραβας να φοράς κελεμπία, σίγουρα έχεις ρίξει πάνω σου μία υποψία υφάσματος. Ένα σορτσάκι, μία βερμούδα, μία βράκα. Κι εκεί που κατεβάζεις τις γουλίτσες σου αμέριμνος, αρχίζεις να βαράς παλαμάκια στα πόδια σου σαν να χορεύουν καρσιλαμά.

Ένα κουνούπι που στο μυαλό σου γίνεται αγέλη προσπαθεί να πιει το μπορντωροδοκόκκινο αίμα σου. Τόσος κόσμος εκεί μέσα, εσένα βρήκε; Τη γλυκοαίματη γάμπα σου λιμπίστηκε και δε λέει να φύγει, αν δε σου σπάσει τα νεύρα. Ξύνεσαι διακριτικά, σμίγεις το ένα πόδι με το άλλο, τα κουνάς σε ρυθμό κλακέτας μπας και τρομάξει το ζωύφιο και σε αφήσει σε ησυχία. Μάταια. Κι αυτό να φύγει, θα έρθει άλλο γιατί ως γνωστόν αυτά είναι μαρτυριάρικα. Φωνάζει το ένα: «εδώ βρήκαμε φαγητό!» και πλακώνουν και τα υπόλοιπα.

Και καλά άμα είσαι μόνος ή με φίλους. Άμα έχεις βγει κανένα ερωτιάρικο ραντεβουδάκι που το προστάζει και η εποχή, τι να κάνεις; Να ξύνεσαι μία ώρα σαν να έχεις πιάσει κοριούς; Θα σε περάσει για ψωριάρη και δε λέει. Μήτε να λουστείς με αντικουνουπικά και  λεβάντες θέλεις και να νομίζει το πρόσωπο πως έχει βγει με το καπί της παραπάνω ρούγας. Κάνεις υπομονή, βγάζεις το σκασμό και καταλήγεις στο τέλος της βραδιάς να ‘χεις ωραιότατες ροζ καντήλες στα πόδια και μια ακατανίκητη επιθυμία να βγάλεις την πέτσα σου.

Ειλικρινά δεν ξέρω αν είναι καλύτερο να δέχεσαι επίθεση από κουνούπια στον έξω κόσμο ή στο εσωτερικό του σπιτιού σου. Στα πέναλτι αποφάσισα πως προηγείται το κουνούπι στο σπίτι. Βλέπεις, το σπίτι είναι δικό σου. Είναι το καταφύγιο σου στο οποίο θέλεις να ηρεμήσεις, να ρίξεις ένα ύπνο, να κυκλοφορήσεις αμέριμνος με το σώβρακο. Πώς να συνυπάρξεις με τον μικρό εξολοθρευτή που δεν είναι ούτε αρκετά άντρας να εμφανιστεί μπροστά στα μάτια σου; Ένα εκνευριστικό «σβινν» έρχεται και κάνει εναλλάξ στο αυτί σου κι έπειτα, μην τον είδατε. Παίρνεις εσύ ανάποδες και κλασικό ύφος «αν σου βαστάει, βγες να λογαριαστούμε» αλλά τζίφος.

Θα ‘χετε παρατηρήσει κι εσείς πως με κάποιον τρόπο που δεν έχω καταλάβει, όλα τα σκασμένα ξέρουν ακριβώς τη στιγμή που πρόκειται να σε πάρει ο ύπνος. Μπας κι εκκρίνουμε κάτι την ώρα εκείνη και το μυρίζονται; Ετοιμάζεσαι να αφεθείς στην αγκαλιά του Μορφέα και είσαι σίγουρος  πως κάτι σε περπατάει στο πόδι. Αλήθεια τώρα. Τι τρέχει με τα κουνούπια και το τρίπτυχο πατούσα, δάχτυλα, γάμπα; Είναι ποδολάγνα;

Ανοίγεις κι εσύ το φως να το βρεις το άτιμο και να του πετάξεις τα μάτια όξω. Κοιτάς σε όλα τα πιθανά κι απίθανα σημεία του δωματίου κι αναρωτιέσαι που στο καλό να κρύφτηκε. Αποκαμωμένος πέφτεις στο κρεβάτι με την ελπίδα πως σε λυπηθεί. Μάταια. Εκείνο το χαιρέκακο πλάσμα σπάει πλάκα μαζί σου. Ύστατη λύση για να αντέξεις τη βραδιά είναι να τυλιχτείς σαν κοκορέτσι με το σεντόνι και να βγάλεις την μπέμπελη.

Εκείνο θα μείνει νηστικό κι εσύ μπορεί να ιδροκοπήσεις και να μην κλείσεις μάτι από τη ζέστη αλλά τουλάχιστον, θα πάρεις το αίμα σου πίσω.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.