Γιορτές. Οι κάθε είδους γιορτές. Οι ονομαστικές, τα γενέθλια, οι επέτειοι, η περίοδος των Χριστουγέννων. Γιορτές που σου δίνουν πάντα ένα λόγο να χαρείς, να θυμηθείς, να αναπολήσεις. Μέρες που σου δίνουν ένα λόγο να ευχηθείς, να αποφασίσεις τι θέλεις, να αναμετρηθείς με τον εαυτό σου, με τα θέλω σου, με τα βαθιά κρυμμένα μυστικά σου.

Μια γιορτή είναι πάντα φτιαγμένη σε ένα πλαίσιο χαρούμενο, αισιόδοξο, λαμπερό. Λες κι όλα πρέπει μαγικά να φτιάξουν, να δείχνουν καινούρια κι ατσαλάκωτα. Τα ρούχα, τα μαλλιά, τα πρόσωπα. Χαμόγελα στοιβαγμένα, σάματις από καιρό, έτοιμα να βγουν να κάνουν την περατζάδα τους στα δωμάτια. Να προσφερθούν απλόχερα, να κάνουν και τους άλλους να ανταποδώσουν, να κολλήσουν «χαμογελίτιδα».

Κι ύστερα, τούτη η περίοδος, η άρτια εορταστική, η εκβιαστικά πανέμορφη, που σε καλεί να νιώσεις αλλιώς, κάπως διαφορετικά απ’ ότι συνήθως. Λαμπάκια στραφταλιζέ, τζάκια αναμμένα, δωράκια σε γυαλιστερά περιτυλίγματα, κόκκινα τραπεζομάντηλα κι αλεξανδρινά. Η πιο όμορφη περίοδος του χρόνου και η πιο λυπητερή. Η περίοδος που όλους τους ενώνει και κάνει τα χάσματα τεράστια. Αυτή, η γεμάτη αντιφάσεις και προσμονές.

Χριστούγεννα. Με το πρώτο φως του ήλιου, όταν η εκκλησία τελειώσει, τα νυχτοπούλια μπαίνουν σπίτια τους στις μύτες των ποδιών τους. Οι πρώτοι καπνοί βγαίνουν από τις καμινάδες και τα λαμπάκια είναι ήδη αναμμένα λόγω της ημέρας, κι ας φαίνεται η λάμψη τους καλύτερα το βράδυ. Σήμερα όλα επιτρέπονται. Τα ποτά, τα ξενύχτια, οι αργοπορίες, οι μεγάλες κουβέντες. Μπαίνουν στην άκρη οι έχθρες, οι αντιζηλίες, οι δυσκολίες. Σήμερα παγώνει ο χρόνος στη χαρά.

Κι ενώ κάποια σπίτια γεμίζουν με αγκαλιές, φωνές, τραγούδια και μυρωδιές και οι ευχές δίνουν και παίρνουν, έρχονται κάποιες στιγμές ετούτης εδώ της περιόδου που η πληρότητα δίνει τη θέση της σε ένα μεγάλο κενό. Υπήρχε πριν από αυτή τη μέρα και θα υπάρχει και την επόμενη, αλλά σήμερα γίνεται μεγάλο, δυσβάσταχτο, εκκωφαντικά άδειο. Είναι που η παρουσία, σου θυμίζει έντονα την απουσία.

Αυτές τις μέρες τις ζεστές, τις γεμάτες αγάπη, σου λείπουν ακόμη περισσότερο τα πρόσωπα που δεν είναι κοντά σου. Κάποιος που είναι μακριά, που δουλεύει σε άλλη πόλη, σε άλλη χώρα, κάποιος που δε βρήκε τον τρόπο να ταξιδέψει, κάποιος που οι δρόμοι σας χωρίστηκαν άτσαλα κάποτε, κάποιος που «έφυγε» αλλά και να ήθελε δε θα μπορούσε να γυρίσει.

Είναι τόση η ανάγκη να χαρείς, να περάσεις χρόνο με τα αγαπημένα σου πρόσωπα, να γελάσεις, να αφιερώσεις  χρόνο σε σένα και στους γύρω σου. Γεμίζεις ελπίδες και μνήμες που καταχωνιάζεις με μαεστρία εδώ και καιρό. Κι όμως, είναι οι γιορτές που η θέση δίπλα σου φαντάζει πιο άδεια από ποτέ, που η σκέψη σου φεύγει και ταξιδεύει μόλις ακούσεις ένα όνομα, που θα έπαιρνες όρκο πως θα αναγνώριζες την μυρωδιά του αγαπημένου σου προσώπου από χιλιόμετρα εάν τύχαινε και βρισκόταν στο δρόμο σου.

Αχ και να γινόταν.

Να μπορούσες να δεις, να αγγίξεις, να πεις όσα νιώθεις πως δεν μπόρεσες να πεις όταν έπρεπε, να ακούσεις όσα ποτέ δεν έδωσες την ευκαιρία να ακούσεις. Να μπορούσες να κλειδώσεις κάθε έκφραση στη θύμησή σου, να μπορούσες να δώσεις ένα ζεστό φιλί και να γευτείς άλλο ένα τόσο μοναδικά φτιαγμένο για σένα. Πόσο θα ήθελες να τα ζήσεις όλα από την αρχή. Πόσο θα ήθελες να γυρίσει ο χρόνος πίσω, να είχαν γίνει όλα αλλιώς.

Και είναι κι αυτό το σερβίτσιο στην άκρη του τραπεζιού που περιμένει από ώρα να έρθει κάποιος να το χρησιμοποιήσει αλλά εκείνος δεν έρχεται ποτέ.

Μόνο στη θύμησή σου.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.