Τέτοιες μέρες, τέτοια λόγια.

Τέλος παλιού χρόνου, αρχή νέου, απολογισμοί, ενδοσκοπήσεις, τι δώσαμε, τι πήραμε, πόσα ξοδέψαμε, τι κάναμε, που πήγαμε, πόσο κλάψαμε, πόσο γελάσαμε, που ήμασταν πέρσι, που θα ‘μαστε φέτος, πως περνούν τα χρόνια.

Και να σου τα δώρα, τα φαγητά, τα ποτά, οι ευχές, ο Άγιος, τα κόκκινα βρακιά, τα γούρια, η αγωνία του δώδεκα και ένα.

Φέτος, σ’ όλα αυτά θα προστεθεί και κάτι νέο, όπως και κάθε τέσσερα χρόνια. Η χρονιά που έρχεται δεν είναι μια απλή χρονιά, είναι ένα έτος δίσεκτο και τα δίσεκτα έτη έχουν ζουμί.

Δίσεκτο ονομάζεται ένα έτος κατά οποίο προσμετρείται μια παραπάνω ημέρα, είκοσι τέσσερις ώρες δηλαδή, με σκοπό τη διόρθωση σφαλμάτων που προκαλούνται από τον μη ακριβή υπολογισμό της διάρκειας της ημέρας, πλήρους περιστροφής της Γης, στην μέτρηση του ηλιακού έτους. Το δίσεκτο έτος έχει, λοιπόν, τριακόσιες εξήντα έξι μέρες.

Για παράδειγμα, με το σύστημα μέτρησης του χρόνου που χρησιμοποιείται σήμερα στον Δυτικό κόσμο (Γρηγοριανό ημερολόγιο), κάθε έτος διαρκεί περίπου έξι ώρες παραπάνω από τριακόσιες εξήντα πέντε ημέρες, δηλαδή ένα τέταρτο της ημέρας, με αποτέλεσμα κάθε τέσσερα έτη να δημιουργείται σφάλμα της τάξεως της μίας πλήρους ημέρας. Έτσι, στο ίδιο σύστημα έχει καθιερωθεί να προστίθεται μία ημέρα στο έτος ανά τέσσερα χρόνια (εκτός από τα έτη που διαιρούνται με το εκατό αλλά όχι και με το τετρακόσια και εκτός από τα έτη που διαιρούνται και με το εκατό και με το τέσσερις χιλιάδες), ώστε το σφάλμα των έξι ωρών να «απορροφάται».

Η ημέρα που προστίθεται στο έτος σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι η εικοστή ενάτη Φεβρουαρίου.

Όπως συμβαίνει με κάθε τι σπάνιο, έτσι και τα δίσεκτα έτη τ’ ακολουθούν μύθοι και δοξασίες. Παλιότερα, ως γνωστόν, ό,τι δεν μπορούσε να εξηγηθεί με τη λογική ήταν κάτι υπερφυσικό, μαγικό, του σατανά. Η επιστήμη και οι επιστημονικές εξηγήσεις βλέπετε, δεν ήταν και τόσο διαδεδομένες έννοιες.

Σύμφωνα, λοιπόν, με το μύθο, τη γιαγιά μας, τη θεία Μαρίκα και τη Νίτσα από απέναντι κατά τη διάρκεια ενός δίσεκτου έτους δεν πρέπει να γίνονται κάποια πράγματα γιατί είναι γρουσουζιά.

Οι προλήψεις που ακολουθούν το δίσεκτο έτος προέρχονται από τους Ρωμαίους, οι οποίοι πίστευαν ότι τον Φεβρουάριο, το μήνα της εξιλέωσης και της λατρείας των υποχθόνιων θεοτήτων, κυκλοφορούσε για λίγες μέρες ανάμεσά τους ο Άδης και έφερνε πολλά δεινά. Ήταν ο μήνας που οι νεκροί κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους ζωντανούς. Γι’ αυτό τα δίσεκτα έτη δε γίνονταν έναρξη εργασιών με μακροχρόνια διάρκεια, όπως φύτευση αμπελιών, χτίσιμο σπιτιών, γάμοι.

Οι δεισιδαιμονίες και οι προλήψεις για το δίσεκτο έτος μεταφέρθηκαν και στους Έλληνες ύστερα από την κατάκτησή τους από τους Ρωμαίους. Αυτός είναι ο λόγος που και στην ελληνική παράδοση τα δίσεκτα έτη θεωρούνται γρουσούζικα και ο κόσμος αποφεύγει τους γάμους, το χτίσιμο σπιτιών, τις νέες επαγγελματικές δραστηριότητες και γενικά τους μακροχρόνιους συνεταιρισμούς ή σχέσεις.

Μέχρι τώρα, βέβαια, δεν έχουν καταγραφεί αποδεικτικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν αυτές τις απόψεις.

Σε κάποιες χώρες, τα δίσεκτα έτη έχουν και τα θετικά τους. Στην Ιρλανδία, για παράδειγμα, στις είκοσι εννιά Φεβρουαρίου κάθε δίσεκτου έτους, μπορεί όποια Ιρλανδή θέλει (σύμφωνα με την παράδοση) να κάνει πρόταση γάμου στον αγαπημένο της και εκείνος είναι υποχρεωμένος να δεχτεί, διαφορετικά θα πρέπει να την αποζημιώσει.

Ας επανέλθουμε, όμως, τώρα στην πραγματικότητα και στην εξελιγμένη κοινωνία μας κι ας μη μας πιάνουν πανικοί με τις γρουσουζιές και τις μαυρόγατες. Κι αυτά τα λέω εγώ που τις προλήψεις τις αγαπώ.

Μία μέρα παραπάνω για πρακτικούς λόγος και σκοπούς είναι, δεν είναι η καταστροφή του κόσμου. Ας επικεντρωθούμε στις αληθινές καταστροφές κι ας αφήσουμε τις λαϊκές παραδόσεις και τις δοξασίες.

Καλή χρονιά να ‘ναι και ξεχωριστά «χρόνια πολλά» σ’ αυτούς που γιορτάζουν γενέθλια κάθε τέσσερα χρόνια.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.