Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μέσα σε πολλούς ανθρώπους μια κοπέλα, που την έλεγαν Γκρίνια.

Η Γκρίνια ήταν πάντα με ξινισμένα μούτρα, το στόμα της είχε στραβώσει από τις πολλές γκριμάτσες, τα φρύδια της ενώθηκαν από τον ίδιο λόγο, ήταν πάντα σε εγρήγορση, έψαχνε αφορμές για καυγάδες, η φωνή της είχε μια τσιριχτή χροιά και διατηρούνταν πάντα ζωηρή κι έτοιμη για τον επόμενο γύρο της παράνοιας.

Αγαπούσε πολύ τις γυναίκες, περισσότερο από τους άντρες. Όχι ότι τους απέφευγε, αλλά δεν περνούσε και τόσο καλά μέσα σ’ αυτούς.

Της άρεσε να παραπονιέται για τα πάντα, για ό,τι κινούνταν στην περίμετρο της κι έξω απ’ αυτήν, όμως.

Αν για παράδειγμα το αγαπημένο της χρώμα ήταν το μπλε και κάποιος της χάριζε όλο τον ουρανό, θα παραπονιόταν ότι δεν είναι όλος μπλε, αλλά έχει κι αυτά τ’ άσπρα συννεφάκια.

Η Γκρίνια έκτος των άλλων είναι κι αιωνόβια.

Σ’ όποιον άνθρωπο κι αν κατοικεί, δεν τον εγκαταλείπει ποτέ. Ανήκει στην κατηγορία χαρακτηριστικών, που πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά όλα τα υπόλοιπα χούγια.

Στο παραμύθι αυτό δεν υπάρχει τέλος.

Η Γκρίνια ζει καλά, αλλά αυτοί που την έχουν υποστεί, δεν ζουν καλύτερα. Το μόνο που κάνουν, είναι να έχουν στο δικό τους κόσμο για σύμμαχο τους την Υπομονή.

Η Υπομονή είναι η μόνη που μπορεί να καλμάρει τη Γκρίνια και να την κάνει κάπως υποφερτή.

Κι αν θέλετε ν’ αφήσουμε τα παραμύθια, έχω μόνο να σας πω, πως η γκρίνια είναι από τα χειρότερα ελαττώματα ενός ατόμου.

Τον κάνει κουραστικό κι απεχθή, ακόμη κι αχάριστο.

Ο γκρινιάρης δεν είναι ποτέ και με τίποτα ευχαριστημένος. Μια διαρκής κινούμενη μιζέρια.

«Γιατί είναι το φαγητό τόσο ζεστό;» θα διαμαρτυρηθεί.

«Γιατί ξέχασα να μετρήσω τη θερμοκρασία του όπως το σέρβιρα,» θέλεις ν’ απαντήσεις.

«Δε μ’ αρέσει εδώ που ήρθαμε, θέλω να φύγουμε, δεν έχει βολικό καναπέ,» θα πει.

«Δεν θα τον αγοράσουμε,» θέλεις ν’ απαντήσεις.

«Αμάν κι αυτή η παραλία με τα τόσα πετραδάκια. Πονάνε οι πατούσες μου,» θα μουρμουράει.

«Να πούμε στο Δήμο να τα μαζέψει,» θέλεις να ειρωνευτείς.

Αυτά είναι μικρά κι απλά παραδείγματα.

Κάποιες, ελάχιστες στιγμές, η γκρίνια μπορεί να θεωρηθεί σαν κάτι το χαριτωμένο, το παιχνιδιάρικο. Αυτό θα συμβεί μόνο σε περιπτώσεις, που ο κάτοχος την γκρίνιας έχει μάθει να την ελέγχει καλά και δεν την αφήνει να υποτροπιάζει ή σε περιπτώσεις που η γκρίνια είναι στημένη για να γίνει πιο πιπεράτη η κουβέντα.

Δέχομαι ακόμη ότι η κούραση φέρνει γκρίνια. Είναι για μερικές στιγμές, ευτυχώς, κι άρα υποφερτή και σ’ αυτή την περίπτωση.

Και το ότι η φτώχεια γεννάει τη γκρίνια, το έχει πει ο σοφός λαός και κάτι θα ξέρει.

Η γκρίνια που έχουν, από την άλλη πλευρά, μερικοί άνθρωποι από τη στιγμή της γέννησης τους, είναι κάτι πραγματικά το ανυπόφορο.

Γιατί έτσι κι όχι έτσι, γιατί αυτός κι όχι εκείνος, γιατί το Σάββατο κι όχι την Πέμπτη, δε θέλω το κίτρινο θέλω το κόκκινο, μου τη δίνει το ένα, μου τη σπάει το άλλο.

Προσωπικά εκνευρίζομαι μόνο που τα γράφω. Αυτοί δεν κουράζονται με την ίδια μουρμούρα στο ίδιο τέμπο συνεχώς; Απορίας άξιο.

Αγαπητοί γκρινιάρηδες όλου του κόσμου, μαζευτείτε, κάντε ένα συνέδριο και βρείτε λύσεις, σας παρακαλώ.
 

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.