Συνάντησα έναν ανιψιό μου, ο οποίος περιμένει τα αποτελέσματα των πανελλαδικών, και θυμήθηκα πόσο υπέροχο είναι το καλοκαίρι εκείνο της μετάβασης από τα σχολικά χρόνια στα φοιτητικά.

Εκείνο το καλοκαίρι της ενηλικίωσης. Σαν να μεγαλώνουμε απότομα, σαν να αποκτούμε ξαφνικά δικαιώματα που πριν ούτε γι’ αστείο δεν είχαμε.

Εκείνο το καλοκαίρι είναι που συνήθως πηγαίνεις τις πρώτες διακοπές χωρίς τους γονείς. Διακοπές χωρίς τους γονείς; Πόση ανεξαρτησία πια; Πόση χαρά; Πόση ευτυχία;

Θεωρείσαι πια μεγάλος, ενήλικας. Μπορείς ακόμη και να ψηφίσεις.

Το καλύτερο κομμάτι εκείνου του καλοκαιριού, όμως, είναι τα όνειρα και τα σχέδια. Σε λίγο καιρό θα μένεις μόνος. Αυτό από μόνο του είναι ό, τι καλύτερο μπορούσε να συμβεί.

Θυμάμαι να κάθομαι και να φαντάζομαι πως θα είναι το σπίτι μου, το δικό μου σπίτι, που θα το έχω όσο ανακατεμένο θέλω χωρίς να μ’ απειλεί η μαμά μου ότι βαρέθηκε την ακαταστασία μου και θα μου πετάξει τα ρούχα απ’ το μπαλκόνι.

Σκεφτόμουν ότι θα μπορώ να βγαίνω και να μπαίνω οποιαδήποτε στιγμή, οποιαδήποτε ώρα. Θα μπορώ να έχω κόσμο στο σπίτι μου και να γελάμε και να φωνάζουμε χωρίς να ενοχλούμε τον μπαμπά που κοιμάται.

Κι επειδή τ’ αποτελέσματα των εξετάσεων και των βάσεων μπορούν ν’ ανατραπούν ανά πάσα ώρα, το μελλοντικό φοιτητικό σπίτι αλλάζει και τοποθεσίες.

Γινόταν μια γκαρσονιέρα κοντά στη λίμνη των Ιωαννίνων, ένα δυάρι πίσω απ’ την Καμάρα της Θεσσαλονίκης, ένα στούντιο δίπλα στα τσιπουράδικα του Βόλου. Κάθε μέρα κι άλλη πόλη, χωρίς απαραίτητα να έχω ιδέα πώς είναι κάθε περιοχή.

Η αίσθηση της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας την περίοδο εκείνη είναι τόσο ηδονική που δεν αντικαθίσταται με κανένα άλλο αίσθημα.

Αναλογίζεσαι πως σε λίγο καιρό θα ζήσει αυτά που άκουσες από διηγήσεις άλλων και η ανυπομονησία βαράει κόκκινο. Όταν ακούς από τους πάντες ότι τα καλύτερα έρχονται, τα θέλεις όσο πιο γρήγορα γίνεται και είναι λογικό.

Στα δεκαοκτώ το αίμα βράζει κι η φαντασία μαζί με την προσμονή σε τρελαίνουν.

Το καλοκαίρι εκείνο δίνεις κι όρκους αιώνιας πίστης και φιλίας με τα παιδιά που κάνεις παρέα. Ορκίζεσαι πως δε θα χαθείτε ποτέ, θα μείνετε για πάντα φίλοι κι επειδή τώρα θα μπορείτε να κάνετε και τα ταξιδάκια σας, θα πηγαινοέρχεστε από πόλη σε πόλη.

Φαντάζεσαι τη ζωή σου από ‘δω και πέρα μοιρασμένη σε ξέφρενα πάρτι, έρωτες, νέες φιλίες, αποτυχημένες εξεταστικές, ψέματα στους γονείς για τα μαθήματα που θα φορτώνεσαι κάθε εξάμηνο, εργασίες στις βιβλιοθήκες, γνωριμίες με ανθρώπους που θα σου αλλάξουν τον τρόπο σκέψης, τσιγάρα, ποτά και ξενύχτια.

Κι επιτέλους θα φτάσει η ώρα που θα λες κι εσύ: «Μπαμπά στείλε λεφτά, ξέμεινα.»

Και κάπως έτσι κυλάει το καλοκαίρι μέχρι την ανακοίνωση των βάσεων και την αρχή της νέας ζωής.

Ένα πράγμα με στεναχωρεί τώρα που τα σκέφτηκα. Εμείς, της δικής μου γενιάς, οι λίγο μεγαλύτεροι και οι λίγο μικρότεροι, είχαμε δικαίωμα να κάνουμε τέτοια όνειρα. Δεν μας εμπόδιζε κανείς. Ό, τι ονειρευτήκαμε το ζήσαμε στο έπακρο.

Αυτά τα νέα τα παιδιά που βρέθηκαν εν μέσω κρίσης σ’ αυτή την κατάσταση, τι φταίνε;

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.