«Την ώρα που σου γράφω αυτό το γράμμα να ξέρεις ότι βρίσκομαι πολύ μακριά». Πάντα ήθελα να χρησιμοποιήσω αυτή τη φράση- έτσι για το στιλ.

Άσπρο χαρτί, τρεμάμενα γράμματα, μουσκεμένα λόγια κι ο φάκελος ακουμπισμένος στη φρουτιέρα. Καμία πρωτοτυπία.

Τώρα, όμως, σ’ αυτή την κατάσταση θα το αλλάξω λίγο το περιεχόμενο. «Την ώρα που σου γράφω αυτό το γράμμα να ξέρεις ότι έχω πιει και θέλω να πω όλα αυτά που έχω μέσα κεφάλι μου».

Υπάρχουν πολλών ειδών μεθύσια. Αυτά που σε φέρνουν σε ημικωματώδη κατάσταση και δε θυμάσαι ούτε τ’ όνομά σου, ούτε το που βρίσκεσαι, με ποιους και γιατί, αυτά που σε κάνουν να κλαις γοερά γιατί δεν πέτυχε η ανταύγεια ή γιατί πριν οχτώ χρόνια η παλιά σου φίλη σε πρόδωσε, αυτά που σε κάνουν την ψυχή του πάρτι, αυτά που χαλαρώνουν και σε βοηθούν να γίνεις λίγο πιο προσιτός και αυτά που σε κάνουν να γυρίζεις σπίτι και να κάνεις επιστημονικές και φιλοσοφικές συζητήσεις με το μυαλό σου και να συνδυάζεις μπερδεμένες σκέψεις.

Αυτά τα τελευταία έχουν μεγάλη πλάκα. Βλέπεις τη ζωή αλλιώς όσο διαρκούν, αντιλαμβάνεσαι αλλιώς τον κόσμο.

Βγήκα με καλή παρέα, μίλησα, αντάλλαξα νέα και κουτσομπολιά, γέλασα, κρύωσα γιατί η μέση μου ήταν ξεσκέπαστη κι ήπια τόσο όσο χρειαζόταν για να έρθω σ’ αυτή την κατάσταση. Στο απόλυτο ζεν.

Οι σκέψεις είναι τόσο σκόρπιες που τ’ άλματά τους κονταροχτυπιούνται με της ακρίδας. Την ώρα που το μυαλό προσπαθεί να μπει σε τάξη, ακόμη και το παραμικρό αντικείμενο που θα σου τραβήξει την προσοχή σε οδηγεί σ’ άλλα μονοπάτια.

Τι θέλω να πω;

«Αύριο το πρωί πριν πάω δουλειά, καλά είναι να περάσω από τον ανταποκριτή του Ο.Γ.Α. για ‘κείνα τα χαρτιά της μαμάς μου και στο σχόλασμα να περάσω από το βιβλιοπωλείο να πάρω εκείνο το βιβλίο που παρήγγειλα.

Για δες αυτό το γυάλινο αρκουδάκι που γράφει «I love you», η Ελένη μου το πήρε τότε που πήγαμε για ψώνια κι η φωτογραφία με την αδερφή μου στην κορνίζα για γέλια και για κλάματα. Πώς μεγαλώσαμε έτσι.

Πριν πάω όμως στο βιβλιοπωλείο, καλά είναι να τους πάρω τηλέφωνο, μην περάσω άδικα.

Έκλεισα τα παράθυρα τ’ αυτοκινήτου άραγε; Και να μην τα ‘κλεισα δε θα βραχεί, μέσα το ΄χω.

Είμαι πολύ τυχερή τελικά. Όλα μου ‘ρχονται βολικά. Έχω πολυτέλειες που κάποιοι άλλοι ούτε τολμούν να τις ονειρευτούν. Για φαντάσου. Φτάσαμε να θεωρούμε πολυτέλειες πράγματα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια είχαμε δεδομένα και που κάποιοι άλλοι όμως δεν θα έχουν ποτέ.

Περίεργα πλάσματα.

Οι φόρμες μου οι μπλε είναι άραγε πλυμένες; Στη δουλειά τι να φορέσω; Όχι πάλι το μαύρο πουκάμισο, το έβαλα προχθές.

Πόση ώρα έχω αφαιρεθεί και κοιτάζω την οθόνη; Ένας Θεός ξέρει.

Τι το ‘θελα το ποτό; Πώς θα πάρω τώρα το χάπι της αλλεργίας; Άντε πάλι το πρωί με τα μάτια του βατράχου θα ‘μαι.

Αν τα πάντα είχαν σαν κέντρο την αγάπη, πόσο διαφορετικός θα ήταν αυτός ο κόσμος;»

Απ’ αυτές τις ακατάστατες προτάσεις, σκέψεις, επιθυμίες, το πρωί δε θα θυμάμαι το πιθανότερο τίποτα. Αύριο το πρωί το πρόγραμμα θα φτιαχτεί απ’ την αρχή κι η μέρα θα κυλήσει αλλιώς.

Δεν ξέρω ποιος είπε ότι αν ήμασταν λίγο πιο μεθυσμένοι ο κόσμος θα ήταν καλύτερος, νομίζω όμως, πως είχε μεγάλο δίκιο.

Ένα μικρό κι ελαφρώς μεθυσμένο απόσπασμα ή καλύτερα ζαλισμένο γιατί το μεθύσι ήθελε ένα ποτό ακόμη.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.