Της Αγίας Αικατερίνης χθες, μεγάλη η χάρη της. Εικοσιπέντε Νοεμβρίου. Και σήμερα, του Αγίου Στυλιανού.

Η γιορτή αυτή είναι σαν ν’ ανοίγει τις πύλες των εορτών μέχρι τα Χριστούγεννα, χώρια που ξεκινάει κι αντίστροφη μέτρηση μέχρι την καλύτερη γιορτή της χρονιάς.

Γιορτές, αυτός ο άγνωστος πια. Θυμόμαστε, άραγε, τι κάναμε παλιά; Ψάχναμε συνέχεια αφορμές για «πανηγύρια». Είχαν ένα κάποιο νόημα.

Από σήμερα μέχρι τα Χριστούγεννα το ημερολόγιο είναι γεμάτο γιορτές, από πολύ γνωστές μέχρι κι όχι τόσο.

Ενδεικτικά:

25/11 η Κατερίνα, 26/11 ο Στέλιος κι η Στέλλα, 30/11 ο Ανδρέας κι η Ανδριάνα, 4/12 η Βαρβάρα, 5/12 ο Σάββας, 6/12 ο Νίκος κι η Νικολέτα, 9/12 η Άννα, 12/12 ο Σπύρος κι η Σπυριδούλα, 15/12 ο Λευτέρης κι η Ελευθερία, 22/12 η Αναστασία, 24/12 η Ευγενία, 25/12 ο Χρήστος κι η Χριστίνα. Κι αυτά είναι τα πιο τρανταχτά, κατά τ’ άλλα ο μήνας είναι ασφυκτικά γεμάτος.

Εμείς οι είκοσι πέντε-τριάντα κι άνω έχουμε να θυμόμαστε τελείως διαφορετικά πράγματα από τις παλιές γιορτές. Δεν υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα στο τώρα και στο τότε.

Τότε όταν γιόρταζε κάποιος από το σπίτι, αυτόματα το σπίτι ήταν ανοιχτό για όλους. Δεν έπαιρνες τηλέφωνο για να ευχηθείς και να ρωτήσεις για την υγεία των μελών της οικογένειας, αλλά έπαιρνες το δώρο σου και πήγαινες χτυπούσες το κουδούνι σ’ ένα σπίτι που ήταν φωταγωγημένο απ’ έξω μέχρι μέσα. Μην κοιτάς που τώρα ξεχάσαμε ποιος είναι ο διακόπτης που ανάβουν τα φώτα του μπαλκονιού, άλλο θέμα.

Ασφαλώς και πήγαινες νηστικός και διψασμένος γιατί ήξερες πολύ καλά τι σε περιμένει. Σε περίμεναν τραπέζια στρωμένα με φαγητά και ποτά, τα γλυκά ήταν άλλη ιστορία καθώς υπήρχαν παντού. Κόσμος έμπαινε, κόσμος έβγαινε, επιθυμητοί κι ανεπιθύμητοι, δεν είχε σημασία. Ήταν γιορτή και το σπίτι ήταν ανοιχτό για όλους και γέμιζε με δώρα, γέλια, κουβέντες, τσακωμούς, πολιτικές αντιδικίες, φιλοφρονήσεις, κουτσομπολιά και αναμνήσεις.

Κι αν κάποιος δε μπορούσε να έρθει εκείνη τη μέρα θα ερχόταν μια άλλη.

Υπήρχαν κι οι άλλες περιπτώσεις. Εκείνες που δεν ήθελες να γιορτάσεις στο σπίτι και έβγαινες έξω. Οι καλεσμένοι πολύ περισσότεροι από τους απαραίτητους κι αν έφερναν και κάνα φίλο μαζί δεν έτρεχε και τίποτα. Και να σου τα τραπέζια πάλι και τα ποτά και τα σφηνάκια και τα δώρα.

Εκείνα τα καλά χρόνια οι γιορτές δε λογάριαζαν έξοδα. «Μια φορά το χρόνο γιορτάζω φίλε, ας το ευχαριστηθώ.»

Και τα χρόνια κύλησαν κι η ωραία Κοιμωμένη ξύπνησε, αλλά δεν της άρεσαν οι αλλαγές και μάλλον ξανακοιμήθηκε γιατί τώρα τα πάντα έχασαν το νόημά τους.

Γιορτάζουμε και φοβόμαστε να βγούμε μήπως και ζητήσει κανένας κέρασμα.

«Χρόνια πολλά και τα λοιπά. Τι θα κάνεις απόψε; Θα γιορτάσεις;»

«Μπα, δεν είναι καιρός για τέτοια έξοδα τώρα, έχω και τον ΕΝΦΙΑ.»

Έτσι οι γιορτές περιορίστηκαν στο σπίτι με πέντε-έξι φίλους ή καμιά βόλτα, όχι για πολλά. Τα δώρα έγιναν δωράκια και φώτα έγιναν κεράκια.

Καλώς ή κακώς ο χρόνος θα το δείξει. Η υπερβολή δεν είναι καλό πράγμα, έτσι κι αλλιώς. Από την άλλη, όμως, κι ο στενός περιορισμός σε πνίγει. Άλλη μια στιγμή που χάσαμε το μέτρο.

Απ’ τα σαλόνια στ’ αλώνια οι απανταχού Έλληνες χριστιανοί ορθόδοξοι. Πότε άραγε θα μάθουμε πως υπάρχουν κι οι όμορφες βεράντες; Εκείνες με τη θέα.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.