Τα Χριστούγεννα, λένε, γίνονται θαύματα. Συνειδητοποιημένη αισίως εικοσιτριάχρονη εγώ, έχω διαλέξει να μην πιστεύω σε τέτοια πράγματα. Θαύμα. Να σου πω τι είναι θαύμα.


Θαύμα είναι να αγαπάς τόσο που να κάνεις τα μάτια του άλλου να λάμπουν. Θαύμα είναι να ταΐσεις ένα αδέσποτο, που πεινά. Θαύμα είναι επίσης, να ευγνωμονείς για τη ζωή που σου δόθηκε, για όσο κι αν σου δόθηκε, όπως κι αν σου δόθηκε. Δεν πιστεύω, λοιπόν, στα θαύματα που κάνουν οι άλλοι οι επουράνιοι, και οι ένθεοι άγιοι. Και όχι γιατί αποκλείω τόσο το να γίνονται, αλλά γιατί αν τα αντιπαραβάλλω με τη σαφή και βάναυση πλειοψηφία των δεινών, με αφήνουν παγερά αδιάφορη οι δύο-τρεις ενδιάμεσες θεϊκές επιτυχίες. Και ακόμη γιατί, η σωτηρία μας σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, είμαστε μόνο εμείς. Για τον άλλον δεν ξέρω, κανείς δε ξέρει άλλωστε. Αλλά υπάρχει μέσα μου η πεποίθηση, πως αν φτιάξουμε μωρέ ο καθένας κι από λίγο τον επίγειο μικρόκοσμό του, στην Τελική Απολαβή, θα πάρουν όλοι αυτό που τους αξίζει. Εξάλλου ο Χριστός είναι αγάπη, έτσι δε μας έμαθαν στο σχολείο; Κι ας παλεύουν με νύχια και με δόντια να μας αλλάξουν τη γνώμη οι Άνθιμοι κι οι υπόλοιποι ρασοφόροι των χρυσών αμφίων και του πεινασμένου ποιμνίου.

Μεγάλη εισαγωγή, θα πεις. Για μία Χριστουγεννιάτικη ιστορία, τι τις θέλω τις θεολογικές αναλύσεις; Τις χρειάζομαι, για να σας δείξω, ότι θαύμα δεν είναι πάντα κάτι που γίνεται, αλλά κυρίως αυτό που θέλει κάποιος πολύ να συμβεί. Ας τα πάρουμε, λοιπόν, απ’ την αρχή.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Στρωμένα τραπέζια, γέλια, φωνές, ζωή. Λίγα λεπτά πριν τις 12, έχουμε ήδη τελειώσει το φαγητό μας, και περιμένουμε με αγωνία το ρολόι να δείξει μεσάνυχτα. Η κλασική, ετήσια ιεροτελεστία. Οι μεγάλοι χαμογελούν πονηρά, βλέποντας τα μικρά γύρω-γύρω να περιμένουν με ανυπομονησία και δέος τον Άι-Βασίλη, να φέρει τα δώρα τους.

Ξαφνικά ο τετράχρονος ανιψιός μου, ακούει ένα συνεχή δυνατό θόρυβο. Τρέχει αλαφιασμένος στην μπαλκονόπορτα, την ανοίγει, ορμάει έξω και κοιτά αποσβολωμένος τον ουρανό. Χωρίς να κουνιέται, χωρίς να μιλά, στέκεται εκεί για λίγα δευτερόλεπτα και επιστρέφει μέσα τρέχοντας. Μας φωνάζει «Τον είδα, τον είδα! Έρχεται σας λέω, μόλις έστριψε από τον ουρανό με το έλκυθρό του κι έρχεται σε ‘μας! Τα ελαφάκια πάνε τόσο γρήγορα, που φώτισε όλος ο ουρανός! Κάντε ησυχία, να βρει την καμινάδα μας!». Και μαζί με τα υπόλοιπα παιδάκια, όλα τρελαμένα από τη χαρά τους, μαζεύτηκαν πίσω από τον καναπέ και περίμεναν, αφού ήξεραν πως δεν πρέπει να κοιτάνε προς το τζάκι γιατί τότε δε θα ‘ρθει. Ή τουλάχιστον έτσι τους είχαμε πει, για να μπορέσουμε να πάρουμε ανενόχλητοι τα δώρα απ’ το υπόγειο. Εμείς είχαμε σαστίσει λίγο από το γεγονός, αλλά όλα λειτούργησαν ρολόι. Μέσα σε ένα λεπτό, ανεβάσαμε όλα τα δώρα και τα βάλαμε κάτω από το δέντρο. Ανοίξαμε τα φώτα κι έτσι ξεκίνησε η μάχη του ξετυλίγματος!

Προφανώς και κανένα έλκυθρο δεν είδε ο μικρός. Ο θόρυβος που άκουσε ήταν από τα πυροτεχνήματα  που έριχνε ο κόσμος για να καλωσορίσει τον καινούργιο χρόνο. Από αυτά και ο φωτισμένος ουρανός που τον νόμισε για λαμπερή ουρά της άμαξας. Όμως εκείνος άκουγε επί τέσσερα χρόνια συνεχώς για Άι-Βασίληδες, για τον Ρούντολφ, για σκονισμένες καμινάδες και για τα μπισκότα με το γάλα που έτρωγε ο Άγιος κάθε που έφευγε απ’ το σπίτι μας. Οι τηλεοράσεις, δείχνανε συνεχώς αφρατούληδες με κόκκινες στολές να παίρνουν αγκαλιά τα παιδάκια μπροστά από τα ξύλινα σπίτια τους με το χιόνι, του έγραφε πάντα γράμματα και πάντα έπαιρνε αυτό που ζητούσε. Κανονική πλύση εγκεφάλου, το κόνσεπτ των Χριστουγέννων. Πώς να μην πιστέψει, ότι ο Άγιος της Coca-Cola κόβει όντως βόλτες στον ουρανό κάθε 31 του Δεκέμβρη;

Η ιστορία, που μόλις σας αφηγήθηκα, όσο αστεία, αφελής ή σουρεάλ κι αν σας φαίνεται, είναι η πιο ισχυρή απόδειξη πως τα θαύματά μας, τα δημιουργούμε μόνοι μας. Έχουμε την πίστη κι έχουμε ταυτόχρονα την ανάγκη να δούμε αυτή την πίστη να μετατρέπεται, έστω και για λίγο, από τελείως απρόσωπη σε κάτι το χειροπιαστό. Ανάγκη που δημιουργείται ή για να βρούμε τη δύναμη να συνεχίσουμε να πιστεύουμε σε κάτι αόρατο ή από την επιθυμία μας να συσχετιστούμε με όποιον τρόπο με τις οντότητες που λατρεύουμε.

Ο μικρός, πίστευε με όλη του την ψυχή στην ιστορία του Άι-Βασίλη και αυτό τον έκανε να πλάσει με δύο πραγματικά δεδομένα –τον ήχο και το φως των πυροτεχνημάτων- ένα ολόκληρο παραμύθι. Το έζησε όμως σαν αληθινό και κανείς δε θα μπορέσει να του αλλάξει τη γνώμη. Και δε χρειάζεται κιόλας.

Και δε χρειάζεται, γιατί η λάμψη, η ευτυχία κι η λαχτάρα που είχε στα μάτια του εκείνο το βράδυ είναι τελικά το αληθινό θαύμα. Και δε θα τα αντάλλαζα ούτε για εκατό ρεαλιστικές αλήθειες που θα τον πικράνουν. Γιατί η αξία των θαυμάτων, ακόμα και των ψεύτικων, ακόμα και για εμάς που δεν πολυπιστεύουμε σε αυτά, είναι ακριβώς αυτή: Η επίδραση τους σε αυτόν που τα ζει. Όχι η ενσάρκωση του αγνώστου, ούτε κάποια παρόμοια έμπρακτη επαλήθευση της φιλοσοφίας του μεταφυσικού. Μόνον η χαρά, που ο καθένας έχει το δικαίωμα να θέλει να αντλήσει από εκείνο που τόσο πολύ και τόσο βαθιά διάλεξε να πιστέψει.

Και πού ξέρουμε; Μπορεί το φως στα σύννεφα να το έφτιαξε στ’ αλήθεια ο Ρούντολφ, κι εμείς να είμαστε μόνο κάποιοι διάφοροι κυνικοί και τυχάρπαστοι ηλίθιοι που δε βλέπουμε το θαύμα, γιατί πολύ απλά δε θέλουμε, ή δεν το αξίζουμε, να το δούμε.

Καλά μας Χριστούγεννα!
 

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.