Τοκετός. Ένας μαλάκας σε τραβάει από το κεφάλι λες κι είσαι πέστροφα, μία συμπαθητική -κατά τ’ άλλα- κυρία σε αγκαλιάζει με δάκρυα και ένας τύπος βρίσκεται στο πάτωμα. Σε πλένουν, σε φασκιώνουν και σε δίνουν δειλά-δειλά σ’ ένα κοριτσάκι. Φοβάται να σε κρατήσει και εσύ κλαις γιατί δε θέλεις να βρεθείς στο πάτωμα, όπως ο τύπος προηγουμένως. Μια, δύο, τελικά βρίσκεσαι στα χέρια του μικρού κοριτσιού, το οποίο σε κοιτάει σαν να είσαι κάτι μεταξύ άλιεν και βιβλικού θαύματος. Και περιέργως πως, εσύ ηρεμείς.

Η μεγάλη σου αδερφή. Έτσι τη φωνάζουν όλοι γύρω. Εσύ, όμως, δεν ξέρεις ακόμα τι θα πει. Και τα χρόνια περνάνε και αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο. Εκείνη σε ντύνει, σε ταΐζει. Σε προσέχει, όταν η μαμά σας είναι στη δουλειά ή όταν κοιμάται. Αργότερα, σου διαβάζει παραμύθια, παίζετε μαζί, και τις Κυριακές βλέπετε παιδικά τρώγοντας κρουασάν. Γελάτε πολύ και σε καταλαβαίνει καλύτερα απ’ όλους. Οι κόσμοι σας είναι ίδιοι, και ας σας χωρίζουν πέντε, έξι ή επτά χρόνια. Είναι κι αυτή ακόμα παιδί.

Είναι μαγική η σχέση των αδελφών. Με τους γονείς τα πράγματα αντιστρέφονται. Κάποτε αρχίζεις να παίρνεις εσύ τη θέση τους. Μεγαλώνουν και έχουν πιο πολύ ανάγκη μία αγκαλιά απ’ ότι την έχουμε πλέον εμείς. Δεν είναι αυτοί που θα μας πάνε βόλτα και θα μας πάρουν παγωτό, αλλά εμείς που θα τους βγάλουμε έξω και θα τους κεράσουμε με τον πρώτο μας μισθό. Εμείς που θα νοιαστούμε αν έφαγαν, αν ήπιαν τα φάρμακα τους, εμείς που θα κάνουμε τις δικές τους τις δουλειές, γιατί εκείνοι πια κουράζονται.

Με τ’ αδέρφια μας, όμως, η σχέση παραμένει πάντα η ίδια. Σ’ όποια ηλικία κι αν φτάσουμε πάντα εμείς θα είμαστε το μικρό τους αδερφάκι και πάντα εκείνα τα μεγάλα μας αδέρφια.

Είναι ο φάρος μας. Δε θα πω οι ήρωες μας, κι ας μας έσωσαν πλείστες όσες φορές από το να σπάσουμε το κεφάλι μας στα τραπέζια ή τα πόδια μας στις σκάλες. Είναι οι φάροι της ζωής μας. Οι γονείς μας δυστυχώς, εάν ακολουθηθεί η φυσική πορεία των πραγμάτων, μία μέρα θα μας φύγουν. Άλλοι νωρίς, άλλοι αργά. Τα αδέρφια μας όμως, θα είναι εκεί, δίπλα μας. Να μας κρατούν το χέρι όταν πια θα ανταλλάσουμε για δώρα πιεσόμετρα, όπως τότε που ανταλλάζαμε μαρκαδόρους.

Εγώ, ως μικρότερη, τα όσα «σημαντικά» έκανε η αδερφή μου για μένα τα έμαθα μέσα από τις ιστορίες που αφηγούνται κατά καιρούς γονείς, θείοι και νονοί. Απ’ αυτούς άκουσα πώς με φρόντιζε, πόσο ανησυχούσε όταν χτυπούσα, πόση υπομονή έκανε μαζί μου, ότι καθόταν και με κοιτούσε για ώρες όταν κοιμόμουν ώστε να προσέχει να μη ρίξω την πιπίλα μου κάτω κι αρχίσω να κλαίω.

Όμως, τα πραγματικά σημαντικά τα κατάλαβα μόνη μου.

Η μεγαλύτερη μου αδερφή (χρόνια δε λέμε) μ’ αγαπάει ακόμα κι όταν θέλει να με σκοτώσει. Ακόμα κι όταν δε θέλει να μου ξαναμιλήσει ποτέ. Κι ομοίως κι εγώ. Μπορείτε να πείτε ότι γι’ αυτό ευθύνεται η βιολογία. Ότι είμαστε γενετικά προγραμματισμένοι ν’ αγαπάμε τους συγγενείς μας, ακόμα κι αν δεν τους συμπαθούμε και πολύ κάποιες φορές. Όμως εγώ δε μιλώ γι’ αυτό το κατά συνθήκη συναίσθημα. Όσο μεγαλώνουμε, ακόμα και με τα ίδια μας τα αδέρφια, αν δεν ταιριάζουν οι χαρακτήρες μας, αν δεν τα εκτιμούμε, αρχίζουμε να παίρνουμε τις αποστάσεις μας. Φυσικά και δε μισιόμαστε, απλώς διατηρούμε τα στοιχεία της σχέσης μας τυπικά.

Όμως η πραγματική αγάπη, αυτή που συνεχίζει να υφίσταται όταν τα αδέρφια μεγαλώσουν, κερδίζεται και δεν υπαγορεύεται από κανένα απολύτως DNA. Όταν τα μεγαλύτερα αδέρφια μας μας αγαπάνε, ακόμα και όταν είμαστε για σφάξιμο, σημαίνει πως την αγάπη αυτή τη χτίσαμε μαζί. Της δώσαμε χώρο να αναπτυχθεί και κυρίως χρόνο να μεταλλαχθεί από τυπικώς αυτονόητη σε απολύτως αληθινή.

Μας προστατεύουν. Ακόμα κι αν το φύλο τους ή ο χαρακτήρας τους δεν είναι αυτός που θα ορίζαμε ως αυτός του προστάτη, δεν παύουν να είναι το αποκούμπι μας. Προστασία δεν σημαίνει πάντα ότι θα μας γλυτώσουν από τους κακούς ή ότι θα μας σώσουν σε σεισμούς, λιμούς και καταποντισμούς. Προστασία είναι να αφήνουμε τα δάκρυά μας στον ώμο τους, όταν δε θέλουμε να μας δει κανείς άλλος να κλαίμε. Όταν αλληλοεκμυστηρευόμαστε τα μυστικά μας, ακόμα και τα πιο μικρά, και ξέρουμε ότι έτσι είναι ασφαλή.

Προστασία είναι να έχω έναν άνθρωπο έξω από μένα που να τον αγαπώ και να τον εμπιστεύομαι όσο εμένα.

Να υπάρχει κάποιος που να σε ξέρει καλύτερα απ’ τον καθένα. Να σε αποδέχεται όπως ακριβώς είσαι. Να είναι σύμμαχός σου, όχι εχθρός. Να υπομένει τα στραβά σου, αφού σε αγαπάει ολόκληρο χωρίς προϋποθέσεις ή αιτήματα. Να ζητάς τη γνώμη του και να στη λέει, αλλά να σε αφήνει ελεύθερο να διαλέγεις τη δική σου. Να μη σε κρίνει. Να μη χαίρεται στα λάθη σου, να μην ξεστομίσει ποτέ το «στα ‘λεγα εγώ», παρά να σε αγκαλιάζει ακόμα κι αν είχες άδικο. Και μετά, μόνο όταν θα ξανασταθείς στα πόδια σου συμπαγής, να σου επισημαίνει ποιο ήταν το φταίξιμο το δικό σου. Να ξέρεις ότι και να σε αφήσουν όλοι, εσύ δε θα είσαι ποτέ σου μόνος.

Να έχεις έναν άνθρωπο που κάθε του κίνηση, κάθε του λέξη να είναι μόνο αγάπη. Ούτε δόλος, ούτε ιδιοτέλειες. Καθαρή, αγνή αγάπη. Πόσο σπουδαίο είναι αυτό;

Να τι προσφέρει το χρονικώς μεγαλύτερο παιδί στο μικρότερο. Θέλει χρόνο, χώρο, λίγη τύχη, και πολλή προσπάθεια. Μα κυρίως, θέλει δύο γονείς που θα δώσουν στα παιδιά τους από νωρίς να καταλάβουν, πως σε αυτόν εδώ τον κόσμο που είναι όλοι περαστικοί και τίποτε προβλέψιμο, έχετε ο κάθε ένας σας από μία σταθερά -έχετε ο ένας τον άλλον. Και είναι κάτι παραπάνω από θρίαμβος, να καταφέρνετε να διατηρείτε τη σταθερά σας αναλλοίωτη, για πάντα.
 

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.