Η ιστορία μας ξεκινάει την 25η προς 26η Δεκεμβρίου του 2010 ή του 2011 (δεν ενθυμούμαι καλώς). Μέρος, μια μπυραρία στο Περιστέρι που είναι το στέκι μας.

Τα πρόσωπα που χρειάζεται να ξέρετε είμαστε ο υποφαινόμενος, ο κολλητός μου, 3 σερβιτόρες και η ιδιοκτήτρια του μαγαζιού.

Η ώρα είχε πάει έξι και κάτι το πρωί. Μετά από όμορφο βράδυ γεμάτο μπύρες και Jack, έρχεται η ώρα που έχουμε μείνει στο μαγαζί εμείς, το προσωπικό και μια παρέα κάπου αρκετά μακριά από εμάς. Αυτοί δεν παίζουν ρόλο στην ιστορία, έτσι για τη λεπτομέρεια τους αναφέρω.

Έχουμε μαζευτεί όλοι στο μεγάλο bar του μαγαζιού και μαλακιζόμαστε, θεωρώντας  ότι το βράδυ είχε τελειώσει. Λίγος χαβαλές από εδώ, κάνα σφηνάκι από εκεί, η ιδιοκτήτρια είχε αράξει σε ένα stand και ήταν έτοιμη να κοιμηθεί. Όλα προμήνυαν ένα τυπικό κλείσιμο. Φευ.

Κάποια στιγμή, ο DJ συνεπαρμένος από τη φάση της στιγμής, βάζει το «The Jack» των AC/DC και λέει σε 2 σερβιτόρες να ανέβουν πάνω σε ένα βαρέλι που βρίσκεται στο κέντρο του μαγαζιού. Ψηθήκαν οι κοκόνες, γραπώνουν και ένα μπουκάλι Jack, πάμε εμείς από κάτω να βαφτιστούμε σαν άνθρωποι και το κέφι αναζοπυρώνεται.  

Αφού τελειώνει το show και το μισό μπουκάλι, τα κορίτσια κατεβαίνουν και νομίζαμε ότι η φάση τελείωσε εκεί, αλλά ο DJ είχε άλλη άποψη. Αφήνει να περάσει ένα τραγούδι και βάζει το «You can leave your hat on» του Joe Cocker. Μάλλον ανάποδα αποτελέσματα από αυτά που έγιναν είχε στο μυαλό του.

Οι κοπέλες που ήταν προηγούμενα πάνω στο βαρέλι, μαζί με μια ακόμα, πιάνουν τον κολλητό μου και τον παρακαλάνε να ανέβει κι αυτός στο βαρέλι. Αυτός δέχθηκε, εφόσον κάποιος άλλος ανέβει μαζί του. Ο φίλος στα δύσκολα φαίνεται, γραπώνω το φουλάρι μιας κοπέλας και ανεβαίνω μαζί του πάνω στο βαρέλι.

Σε εμάς Jack δεν έδωσαν, απλά μας άφησαν να λικνίζουμε τις κορμάρες μας σε αισθησιακούς ρυθμούς. Ο κολλητός, ως γνωστό δημόσιο αγαθό, θεώρησε πως πρέπει να γδυθεί. Βγάζει την μπλούζα, βγάζει και τη δικιά μου και ακουμπάγαμε τις κοιλιές μας, χορεύοντας  (ναι, ξέρω, όχι και η πιο ωραία εικόνα, αλλά θέλω να είμαι παραστατικός).

Μετά από λίγο πήγε να μου κατεβάσει και το παντελόνι, πράγμα που δεν κατάφερε -πάλι καλά-, και για να πνίξει την αγανάκτησή του κατέβασε το δικό του.

Ως εδώ όλα καλά: όλοι γελάμε, όλοι φωνάζουν στον κολλητό ότι είναι κάφρος, σε εμένα να κάνω δίαιτα, τυπικοί διάλογοι. Και κάπου εδώ ξεκινάει η μαγεία.

Όπως κουνάγαμε τις κορμάρες μας, ακούγεται μια φωνή από το υπερπέραν να φωνάζει «και το μποξεράκι»! Ήταν η τρίτη σερβιτόρα που αναφέραμε πιο πάνω (η οποία μάθαμε ποια ήταν περίπου 2 μήνες μετά το συμβάν).

Η φάτσα του κολλητού μαρτυρούσε το challenge accepted με κάθε πιθανό τρόπο. Με μια αστραπιαία κίνηση βάζει τα χέρια του στα πλάγια της μέσης του και λέει «Οκ!». Και ετοιμάζεται να κατεβάσει το μποξεράκι με μια φυσικότητα, λες και ήταν στην τουαλέτα του.

Αυτή ήταν ίσως μια από τις λίγες φορές που το μυαλό μου συγχρονίστηκε με τα χέρια μου. Όπως τον πιάνει το μάτι μου να πάει να κατεβάσει το βρακί, το πιάνω και εγώ από μπροστά και πίσω και ξεκινάω να το τραβάω προς τα πάνω.

Σκεφτείτε τη μαγεία της στιγμής. 2 μαντράχαλοι, ο ένας ημίγυμνος με ένα γυναικείο φουλάρι στο λαιμό κι ο άλλος σχεδόν ολόγυμνος, να παλεύουν, με τρόπαιο τη θέση του βρακιού. Την καλύτερη θέση, βέβαια, την είχε η μισοκοιμισμένη ιδιοκτήτρια (ακριβώς από πίσω μας), που είμαι σίγουρος ότι λόγω βαρεμάρας δε μας πέταξε έξω. Η έκφρασή της ήταν ανεκτίμητη. Αυτή τη μίξη απορίας, έκπληξης και απάθειας δεν πρέπει να την έχω ξαναδεί.

Για την ιστορία, πάλι καλά σε αυτή τη μάχη νίκησα. Τα αποτελέσματα της μάχης ήταν ο κολλητός να με ευχαριστήσει που δεν τον άφησα να το κάνει και να του γίνεται έλεγχος βρακιού από την ιδιοκτήτρια όποτε έμπαινε στο μαγαζί για το επόμενο δίμηνο.

Και κάπως έτσι τελειώνει η ιστορία για τη μάχη ενός βρακιού και ενός πολύ αισθησιακού striptease. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

 

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.