Ένα από τα βασικά γνωρίσματα που μας διαχωρίζει από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο είναι η ικανότητα του λόγου, γραπτού ή προφορικού. Κατ’ επέκταση αυτού, η ικανότητα της επικοινωνίας μέσω λέξεων και φράσεων. Το παράγωγο αυτής της επικοινωνίας λέγεται συζήτηση.

Η συζήτηση, λοιπόν, είναι ο βασικός δίαυλος ανταλλαγής γνώσεων, απόψεων, συναισθημάτων, καταστάσεων κι ότι άλλο, τέλος πάντων. Όπως κάθε τι στον κόσμο, δε θα μπορούσε να ξεφύγει από την ύπαρξη κανόνων για την ομαλή και πρόσφορη διεξαγωγή της.

Οι κανόνες αυτοί είναι λίγο έως πολύ γνωστοί σε όλους μας από νεαρή ηλικία. Από νήπια, μαθαίνουμε να επικοινωνούμε με δομημένες φράσεις που έχουν κάποιο νόημα.

Όλα καλά ως εδώ, σωστά; Όλοι ξέρουμε να συζητάμε και να επικοινωνούμε και μπλα, μπλα, μπλα, πεταλούδες ελεύθερες πετούν κι ο μουσακάς ψήνεται στο φούρνο.

Μπομπόλια, λέω εγώΜπομπολάρες τριχωτές, βασικά. 

Είμαστε στο 2016, γαμώ το κέρατο, κι ακόμα βλέπεις άτομα νέα, μορφωμένα, με μη φασιστικές αντιλήψεις να μην μπορούν να συζητήσουν. Ή, ακόμα χειρότερα, να μη θέλουν να μπορούν.

Θα αφήσουμε στην άκρη τα τελείως βασικά της συζήτησης όπως «άσε κάποιον που μιλάει να ολοκληρώσει» ή «μείνε στο θέμα και μην κάνεις λογικά άλματα». Αν φτάσουμε σε σημείο να σχολιάζουμε κι αυτά, πάμε να ψάξουμε για σπηλιές και να συλλέγουμε καρπούς.

Ας πάρουμε, λοιπόν, τα άμεσος επόμενα βασικά. Η συζήτηση καθορίζεται από 3 βασικές συνθήκες-παραδοχές. Τη βάση της, την εποικοδομητική διάρκεια της και το σκοπό της.

Πρώτη συνθήκη: η βάση. Είναι ίσως το κλασικότερο communication breakdown που συμβαίνει καθημερινά και με κάθε πιθανό τρόπο. Άνθρωποι να νομίζουν ότι συζητάνε για το ίδιο ακριβώς θέμα και να μιλάνε για κάτι τελείως διαφορετικό.

Σκεφτείτε όσες κουβέντες έχετε κάνει στη ζωή σας για πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, γκομενικά κι όποια άλλη παπαριά σηκώνει να έχει κάποιας μορφής «ηθηκή». Το κλασσικότερο παράδειγμα είναι τα πολιτικοοικονομικά, οπότε ας πιάσουμε αυτό.

Αν κάποιος προσπαθήσει να αιτιολογήσει (όχι δικαιολογήσει, άλλο πράμα αυτό) μια κατάσταση ή μια συμπεριφορά, είναι πολύ πιθανό κάποιος άλλος συνομιλητής του να τον ταυτίσει με αυτή. Για παράδειγμα, 2 άτομα που νομίζουν ότι μιλάνε μαζί για τα capital controls.

Τύπος 1: τα capital controls επιβλήθηκαν για να κρατήσουν οι τράπεζες τη μεγαλύτερη δυνατή ρευστότητα που θα μπορούσαν.

Τύπος 2: ναι, αλλά είναι μουνιά. Γιατί να μου επιβάλλουν έμενα πόσα από τα λεφτά μου μπορώ να σηκώσω; Δεν είναι σωστό.

Ο πρώτος τύπος αποτυπώνει μια πραγματικότητα. Ο δεύτερος τύπος επιχειρηματολογεί με τη «προσωπική του ηθικότητα». 9 στις 10 φορές που η κουβέντα θα ξεκινήσει έτσι, θα συνεχίσει ο καθένας να μιλάει στη βάση που έχει θέσει εξ αρχής, χωρίς να συμμετέχει στην κουβέντα του άλλου. Ο ένας θα λέει πως είναι μια πραγματικότητα, ο άλλος πως θα ήθελε να είναι η πραγματικότητα. Κοινώς, άρες μάρες κουκουνάρες και θα σκοτώνονται εις τον αιώνα των αιώνων, αμήν.

Δύο άτομα μπορούν να μιλάνε και διαφωνούν επί ώρες, χωρίς καν να συζητάνε για το ίδιο πράγμα. Κάτι που εξ αρχής καθιστά τη συζήτηση μια απλή ανταλλαγή λέξεων, συνήθως ατελέσφορη. Αυτό μας οδηγεί στις 2 επόμενες συνθήκες.

Η εποικοδομητική διάρκεια μιας συζήτησης είναι ο χρόνος που θα χρειαστεί προκειμένου να πέσουν στο τραπέζι όλα τα επιχειρήματα που βοηθούν την κουβέντα να εξελίσσεται. Πολλές συζητήσεις είναι ατελείωτες, αλλά αυτές είναι μια άλλη κατηγορία που υπάγεται κυρίως σε υποθέσεις κι όχι σε συμβάντα (όλοι αγαπάμε λίγη παραφιλολογία και λίγο «what if»).

Όταν, λοιπόν, τελειώσουν τα επιχειρήματα, τότε ξεκινάει η ανακύκλωση αυτών για να συνεχιστεί η κουβέντα. Το οποίο είναι οκ σε γενικές κουβέντες χωρίς ιδιαίτερο νόημα και σκοπό, αλλά σκοτώνει τελείως το σκοπό σε στοχευμένες κουβέντες που θέλουν να φτάσουν σε ένα αποτέλεσμα.

Ο σκοπός της κουβέντας, λοιπόν, όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, είναι ο λόγος ο οποίος ξεκινάει μια συζήτηση. Ας αφήσουμε στην άκρη τους ναρκισσιστικούς ξερόλες σαν και του λόγου μου, που γουστάρουν απλά να λένε αυτά που έχουν στο κεφάλι τους, κι ας πάμε σε πιο ουσιαστικές περιπτώσεις.

Η ουσία μιας στοχευμένης συζήτησης είναι να καταλήξει σε ένα αποτέλεσμα. Απλά και παστρικά. Δεν είναι ούτε για διαφωνία για τη διαφωνία, ούτε για επίδειξη γνώσεων, ούτε για ηθικολογία. Από την άλλη πλευρά, ο σκοπός μιας μη στοχευμένης συζήτησης είναι η ανταλλαγή ιδεών κι η ανάλυση τους από πολλές πτυχές, χωρίς την ανάγκη ύπαρξης αποτελέσματος. Ο λόγος, λοιπόν, που γίνεται μια κουβέντα, καθορίζει κατά πολύ και τη βάση της και τη διάρκεια της. Αρκεί πάντα να μένει στην ίδια βάση και να έχει διάρκεια που να την καθιστά προσοδοφόρα και όχι ανούσια.

Τώρα, λοιπόν, που τα μάθατε κι όσοι δεν τα «ξέρατε», καλά μου πουλάκια, καλύτερα να τα εφαρμόσετε. Γιατί την επόμενη φορά που θα ξεκινήσω κουβέντα κι ο συνομιλητής μου θα μιλάει χωρίς να ακούει το νόημα αυτών που θέλω να πω αλλά μόνο τις λέξεις, θα ξεκινήσω να μιλάω κι εγώ με κραυγές, να κάνω φούσκες με το σάλιο μου και να χέζω υπαίθρια. Μπας και καταλάβει πως μου φαίνεται εμένα και σε κάθε εμένα εκείνη την ώρα. Αούγκανοι!

 

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.