Διαβάζοντας ένα εξαιρετικό άρθρο σε γνωστό site, ο αρθρογράφος ανάλυσε το γιατί δεν πρέπει να εκπλησσόμαστε που ο Trump εκλέχθηκε 45ος πρόεδρος του Murica. Η συλλογιστική του ήταν ορθότατη και τα γεγονότα εδώ και πόσο καιρό (Αγγλία, Ελλάδα μέσω δημοψηφισμάτων και Γαλλιά μέσω διαφόρων καταστάσεων) έχουν αρχίσει να δείχνουν μια τάση να αντιταχθούν στο υπάρχον κατεστημένο, χωρίς προφανές σχέδιο αλλά με την επίδειξη της μη ανοχής τους. Με κάθε πιθανό τρόπο, συνήθως αρκετά ακραίο.

Το όλο σύστημα προσπαθούσε να υποστηρίξει την εκλογή της Clinton, προμοτάροντάς της ως το λιγότερο κακό (και ο γράφοντας ήταν ένας από αυτούς). Αυτό το καράβι σάλπαρε και φτάσαμε στο σημείο μετά από μια κυριολεκτικά γελοία προεκλογική περίοδο, ένας παλιάτσος να κυβερνάει τον πλανήτη.

Ο φόβος μου προσωπικά δεν είναι το ότι ο Trump θα κάνει πράξη αυτά που λέει. Υπάρχει ένας διαφορετικός τρόπος διακυβέρνησης της Αμερικής, που απλά ο Trump θα προσαρμοστεί στο υπάρχον σύστημα παρά το ανάποδο. Αυτό το οποίο, όμως, χρήζει συζήτησης είναι το τι αντιπροσωπεύει αυτή η εκλογή, είτε σε μακροοικονομικό είτε σε μικροοικονομικό επίπεδο.

Η αλήθεια είναι οτί η κρίση, σε παγκόσμιο επίπεδο, κατάφερε σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου έναν αφανισμό: αυτόν της μεσαίας τάξης. Οι οικονομικές διαφορές μεταξύ εύρωστων και άπορων έφτασαν σε επίπεδο-ρεκόρ για τη σύγχρονη εποχή, με τον πλούτο να συμπυκνώνεται και να ξεχνάει να αναδιαμοιραστεί στους υπολοίπους. Τα αποτελέσματα αυτου είναι ευκόλως εννοούμενα.

Ο αριθμός των οικογένειων που ξεκίνησαν να χάνουν τα κεκτημένα καιρό με τον καιρό αυξήθηκε σημαντικά και πολλοί είδαν κόπους μιας ζωής να καταλήγουν σε τράπεζες, κράτος ή «αγοραστές» που εκμεταλλεύονταν την κατάσταση στο έπακρο. Η ανοχή, επίσης, λειτουργει αντιστρόφως ανάλογα με τον χρόνο. Όσο αυτός περνάει, αυτή μειώνεται. Ο απλός και καθημερινός μέσος άνθρωπος που ζούσε στην όμορφη, εύρωστη φούσκα του, η οποία όλο και μεγάλωνε, βρέθηκε στο κενό. Και βρέθηκε απότομα, σαν κάποιος να του έσκασε τη φούσκα με πινέζα.

Φορέθηκε πολύ η ατάκα να μην καταφεύγουμε σε ακραίες λύσεις. Να σκεφτούμε λογικά και με σύνεση. Να κάνουμε υπομονή στα δύσκολα που προκάλεσαν οι ασωτίες  των προηγούμενων από εμάς. Να επιβεβαιώσουμε το «αμαρτίες γονέων παιδεύουν τέκνα» με κάθε πιθανό τρόπο, με ένα θυσιασμένο μέλλον για εμάς, έχοντας πάντα την ελπίδα τα παιδιά μας να απολαύσουν αυτά που απήλαυσαν οι γονείς μας σαν ενήλικες και εμείς σαν παιδιά. Φορέθηκε πολύ επίσης κι η θυσία. Πως εμείς φταίμε για τα οικονομικά κακώς κείμενα και πως η εξαθλίωσή μας θα λύσει το πρόβλημα των χρεών, ενώ οι έχοντες τα πολλά καμιά επιρροή δεν έχουν στα τεκταινόμενα και η οικονομική τους επιβάρυνση καθόλου δε θα βοηθήσει στη συγκέντρωση των δόσεων των δανείων.

Και ρωτώ εγώ ο χαζός: σε παγκόσμια κλίμακα, πόσο εύκολο είναι κάθε μέρα να σκύβεις κεφάλι, να λες «οκ, δεν πειράζει», «θα δουλέψω σκληρά μόνο για τα παιδιά μου και για εμένα καμιά ελπίδα», «θα σκύψω κεφάλι και θα στερηθώ τα βασικά που είχαν οι προηγούμενοι από εμένα για να ανακάμψει η οικονομία». Όπου οικονομία, πάντα, μιλάμε για τράπεζες, μεγαλοεπιχειρηματίες, πολυεθνικές και λοιπά όμορφα. Κι όλα αυτά πως προέκυψαν; Από μια απλή λογιστική μετακύληση χρέους. Ένα εικονικό χρέος που πέρασε από τους λίγους στους πολλούς. Οπότε ξαναρωτώ: πόσο εύκολο είναι να το δέχεσαι αυτό κάθε μέρα;

Το «όχι» στο ελληνικό δημοψήφισμα, το Brexit, η εκλογή του Trump, όλα δείχνουν σε μια κατεύθυνση: αντίδραση. Η δράση που την προξένησε ήταν όλα τα παραπάνω. Κόντρα στα οικονομικά παιχνίδια χωρών, τραπεζών και πολυεθνικών, ο κόσμος ξεκίνησε να ψάχνει μια διέξοδο να αφήσει ατμό. Κι όχι μόνο στην ελληνική πραγματικότητα, αλλά σε ένα παγκόσμιο επίπεδο. Οι πρώην εκφυλισμένοι ασιάτικοι λαοί αρχίζουν να αποκτούν πλούτο στα χέρια τους, την ώρα που Ευρώπη και Αμερική γυρνάνε αντίστροφα στο μοντέλο που είχαν πριν 20 χρόνια οι προαναφερθήσες ασιάτικες οικονομίες.  Ιστορικά να το πάρει κανείς, οι καταστάσεις που ζούσαν στην Ινδία και στην Κίνα τις δεκαετίες του ‘80 και του ’90 είναι προ των πυλών σε Ευρώπη (κυρίως) και Αμερική (σε μικρότερη κλίμακα).

Το κακό βέβαια είναι ότι η γενιά μας δέιχνει να ξεχνάει ότι μετά τη δράση απαιτείται αντίδραση. Η κόντρα από μόνη της μόνο ρίχνει τοίχους, δε χτίζει. Κι αυτή η αντίδραση θα μας χαρακτηρίσει μελλοντικά ως γενιά. Από τον απολιτίκ χαρακτηρισμό θα περάσουμε στον αντιδραστικό. Τη γενιά που ξέχασε το action και χρησιμοποίησε μόνο το reaction. Μια γενιά που πιστοποιεί σε παγκόσμια κλίμακα την ύπαρξη της (και τη δυναμική της) μέσω της εκλογής του Trump. Μια γενιά που απλά θέλει να ακούει για την αλλαγή, χωρίς να νοιάζεται πως θα προέλθει αυτή. Ένας κόσμος που χαρακτηρίζεται, πλέον, από την ανάγκη για νοητικά όπια, one-line ατάκες στο Twitter κι έναν πορτοκαλί άνθρωπο με περουκίνι που εδραιώνει τα φασιστικά και απολυταρχικά πρότυπα (χωρίς καμία ένδειξη λογικής και επιχειρηματολογίας).

Καλώς ήρθες, λοιπόν, γενιά του Trump. Αν είναι να μείνεις κιόλας, μια ατάκα μόνο μπορώ να σκεφτώ. I don’t wanna live on this planet anymore.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.