Φτάνουν λοιπόν και τα μέσα Αυγούστου και σαν παράδοση πλέον, πρέπει να τιμήσεις με την παρουσία σου κάποιο νησί της Ελλάδος.

Διαλέγεις προορισμό – που πρέπει να είναι τουλάχιστον 8 ώρες με το καράβι, γεμίζεις τσάντα με τα απολύτως απαραίτητα(ή και λιγότερα)και ξεκινάς χαρούμενος χαρούμενος να πας στο λιμάνι.

And here comes the horror.

Φτάνοντας, νομίζεις ότι κάνουν live οι Metallica από τον κόσμο που συναντάς.

Ψάχνεις δεξιά, ψάχνεις αριστερά, σκηνή δε βλέπεις και πας προς το καράβι.

Μετά από λίγο καταλαβαίνεις ότι εν τέλει το πλήθος έμαθε ότι πας διακοπές και είπε να έρθει μαζί σου να σου κάνει παρέα. Να ‘ναι καλά τα παιδιά, και το είχα άγχος αν θα κοιμηθώ στο πάτωμα ή στο κατάστρωμα. Τώρα το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν θα κοιμηθώ.

Μετά από αγώνα καταφέρνεις να φτάσεις στο deck και νομίζεις ότι βρίσκεσαι στο Ποσείδι.

Κόσμος να κάθεται ο ένας πάνω στον άλλον, άλλοι με sleeping bag και τα ακουστικά στο 30 για να μην ακούνε την βαβούρα, άλλοι χύμα με πετσέτα, άλλοι έχουν ήδη βγάλει έξω απειλητικά τις κιθάρες τους.

Δε λείπουν βέβαια και οι οικογένειες με τον ρημαδιασμένο τον Κωστάκη που δεν κάθεται στον κώλο του και κόβει βόλτα όλο το σκαρί και με την ανήσυχη Ελληνίδα μάνα να πατάει εσένα και όποιον βρει μπροστά της για να πιάσει τον κανακάρη της.

Βρίσκεις κάπου ένα τετραγωνικό ελεύθερο, αμολάς το εν δυνάμει κουρασμένο κορμάκι σου και ετοιμάζεσαι. Ο εχθρός είναι έτοιμος για μάχη.

Ο φίλος σου προφανώς και είναι γομάρι με πόδια, άρα ξεκινάει το ροχαλητό πριν καν ξεκινήσει το καράβι να φύγει. Μια ελπίδα είχες να περάσει η ώρα, μάλλον επέμβαση στα κρεατάκια χρειάζεται και αυτή.

Ούριος ο άνεμος, βίρα τις άγκυρες, ο Κωστάκης συνεχίζει τα πάνω-κάτω και ξεκινάμε, λοιπόν.

Αντιλαμβάνεσαι ότι η καθόλου στρατηγικά επιλεγμένη θέση σου είχε λόγο που ήταν ελεύθερη, το γομάρι δίπλα σου έχει βάλει σκοπό να τον ακούσουν μέχρι το μηχανοστάσιο και φαίνεται σαν μια λογική λύση να βγεις έξω να καπνίσεις.

Το πώς γίνεται να είσαι έξω, με αέρα, αλλά παρόλα αυτά να έχει κάπνα, ξεπερνάει το γνωσιακό μου επίπεδο. Μάλλον πολύ ανταγωνισμό προξενεί το να είσαι σε καράβι. Το γομάρι ήθελε να ακουστεί στον κόσμο όλο, οι καπνιστές μάλλον τα έβαλαν με το φουγάρο και είπαν να βλάψουν το όζον λίγο παραπάνω.

Θα περάσει η ώρα, σκέφτεσαι, θα ξεραθούν οι μισοί και όλα καλά. Φευ.

Σαν να ακολουθούν τις θείες εντολές, ο κόσμος αυξάνεται και πληθαίνει. Τζιβάτοι δεξιά, δαπίτες αριστερά, τουρίστες κάπου στην μέση και ο Κωστάκης συνεχίζει να οργώνει. Ένεση καφεΐνης του έκαναν του 8χρονου;

Κάνεις την καρδιά σου πέτρα και αγοράζεις μια μπίρα σε τιμή καλού κρασιού, αράζεις πάλι έξω και σκέφτεσαι να πιάσεις την κουβέντα σε κάποιον, μήπως και το ρολόι ακούσει τις προσταγές του Kim και ξεκινήσει να αλλάζει ώρα – ελπίζοντας προς τα εμπρός.

Δύο παρέες «παίζουν pro», άλλα 5-6 ζευγάρια νομίζουν ότι είναι στον Τιτανικό και περιμένουν να ακούσουν την Dion να μας λέει που πάει η καρδιά της, οι τουρίστες είναι είτε μεθυσμένοι είτε σαλιαρίζουν προς τέρψιν των οφθαλμών μας – or not, και είναι η ώρα να ακολουθήσεις το παράδειγμα του Κωστάκη και να κόψεις καμιά βόλτα να βρεις άλλο μέρος να στεγάσεις την βαρεμάρα σου.

Μπαίνεις μέσα και, σαν ψεκασμένο, το κοπάδι ακολουθεί πιστά το παράδειγμα του γομαριού και του κάνει πολύ δυνατό support. Πού να πατήσεις και εσύ ο ακροβάτης, μόνο Spiderman δε γίνεσαι για να φτάσεις στην άλλη μεριά.

Τσιμπάς κάνα πατατάκι από το κυλικείο στην διαδρομή μέχρι απέναντι, φοράς τα ακουστικά σου και είναι η ώρα να απολαύσεις το ταξίδι με τον τρόπο που εσύ ξέρεις: μουσική τέρμα, ροκάνισμα πατατακίων με τον πιο αργό ρυθμό που είναι εφικτό και άραγμα στην κουπαστή.

Σιγά μην έπιανε το σχέδιο, στην άλλη μεριά παραμονεύει ο χειρότερος κίνδυνος σε πλοίο: ο εντεχνιάρης άφωνος με την προαναφερθείσα απειλητική κιθάρα. Μάζεψε 10 νοματαίους γύρω του, ξεκίνησε να παίζει Μαγειρίτσα και δώσ’ του η άφωνη γκαρίδα. «Έλα ψυχούλα μου, έλα καρδούλα μου», πάψε να τραγουδάς, είσαι άφωνος.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ξεκίνησε να περνάει η ώρα και έχει πάει 2 το βράδυ. Ο Κωστάκης μάλλον είναι out of fuel γιατί κάπου τον χάσαμε, ο εντεχνιάρης κατάλαβε ότι είναι άφωνος και σταμάτησε να ταλαιπωρεί την κιθάρα, το γομάρι ροχαλίζει ασταμάτητα και εγώ στην κουπαστή να τρώω πατατάκια και να ακούω Killswitch Engage με μεγάλη μου ευχαρίστηση.

Πλησιάζοντας στο νησί, αρχίζει να με πιάνει μια μικρή ξενέρα. Κατά βάθος τα γουστάρω όλα αυτά που βλέπω. Για αυτό ποτέ δεν έχω πάει σε νησί με αεροπλάνο.

Ξυπνάω το γομάρι, ο Κωστάκης επαναφορτίστηκε και ξεκίνησε πάλι να τρέχει και το νησί είναι μπροστά μας. Για κάποιο λόγο, σκέφτομαι ότι θα αδημονώ για τον γυρισμό.

Άντε, και καλές μας διακοπές.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.