Είναι μεγάλη πόρνη η οικονομία.

Ποτέ δεν μπορείς να την καταλάβεις με την πρώτη, και ακόμα κι όταν το καταφέρεις, πάντα έχει τα παραθυράκια της να σε κάνει να νιώσεις χαζός.

Ένα παράδειγμα αυτής της συμπεριφοράς της το βίωσα πριν λίγες μέρες, από το στόμα ενός φίλου.

«Μακάρι να είχαμε οικονομική ευημερία, θα είχαμε φοβερή ανάπτυξη και πρόοδο στην τεχνολογία».

Λογικό θα πει κάποιος. Με αυτό μάλιστα συμφώνησαν το 90% των ατόμων που απάντησαν στο αν συμφωνούν με αυτή την πρόταση, σε ένα ερώτημα που έθεσα στο internet.

Η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική. Έως και ακριβώς ανάποδη θα έλεγε κανείς.

Αρχικά, ας αναλύσουμε τον όρο «οικονομική ευημερία».

Αναφέρεται σε ένα σταθερό ή αναπτυσσόμενο οικονομικό περιβάλλον, που το κάθε μέρος-μέλος του βγαίνει επικερδές, συγκριτικά με τις ανάγκες του.

Κοινώς, πάντα του περισσεύουν χρήματα για να αποταμιεύσει ή να καταναλώσει.

Money to the people, λοιπόν.

Ας αλλάξουμε καρέκλα και ας πάμε από την μεριά των μισητών πολυεθνικών και των εταιριών ανάπτυξης τεχνολογίας.

Έστω ότι μια εταιρία ξεκινάει την παραγωγή ενός τεχνολογικού προϊόντος. Η αρχική ποσότητα παραγωγής, στο 95% των περιπτώσεων, δε θα γίνει βάση κάποιας προπαραγγελίας, αλλά βάση του εκτιμώμενου αριθμού πωλήσεων που θα έχει αυτό το προϊόν.

Το συχνό φαινόμενο στην περίπτωση αυτή είναι να ακολουθηθεί η λογική «καλύτερα να περισσέψουν παρά να λείψουν». Κάτι σαν τις σαλάτες (με φέτα) σε κάθε ελληνικό τραπέζι.

Είναι ελάχιστες οι περιπτώσεις προϊόντων, ειδικά σε συνθήκες πλήρους ελεύθερης αγοράς, που θα ξεπεράσουν τον αριθμό των εκτιμώμενων πωλήσεων.

Στην περίπτωση αυτή δημιουργείται κάτι που δεν συμφέρει την εκάστοτε εταιρία, δηλαδή stock.

Η πιο κλασική και δοκιμασμένη τακτική που εφαρμόζουν σε τέτοιες περιπτώσεις οι εταιρίες είναι να σου προωθήσουν το προϊόν αυτό για όσο περισσότερο μπορούν, παρουσιάζοντάς το σαν state-of-the-art, ασχέτως την τεχνολογία που έχουν στα χέρια τους.

Στην πορεία, σε συνάρτηση με τις κινήσεις των ανταγωνιστριών εταιριών, προσπαθούν να κρατήσουν το προϊόν αυτό όσο περισσότερο γίνεται στην αγορά, κατεβάζοντας σταδιακά την τιμή του όσο περνάει ο καιρός, προκειμένου να το παρουσιάζουν κάθε φορά σαν κάτι θελκτικό προς απόκτηση.

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το χάσμα των τεχνολογικών γενεών να αυξάνεται, καθότι παραμένει επικερδές ένα προϊόν το οποίο είτε έχει ήδη παραχθεί, είτε είναι πολύ φθηνότερο στην παραγωγή του από κάποιο που θα το ακολουθήσει στο μέλλον.

Αυτή η λογική πάντα πατάει σε μια βασική αρχή. Την οικονομική ευημερία.

Η οικονομική ευημερία θα επιτρέψει στον καταναλωτή να έχει κεφάλαιο προς κατανάλωση το οποίο μπορεί να αναπληρώσει σε χρόνο που να κάνει την αγορά του να φανεί συμφέρουσα.

Να το πάμε απλά, άλλο πράγμα να βγάζεις 1500 euro τον μήνα και άλλο να βγάζεις 500. Με τα 1500 έχεις την επιλογή να ξοδέψεις για ένα top tier αγαθό χωρίς να κάνεις ιδιαίτερη αποταμίευση, κάτι που δε συμβαίνει όταν έχεις έναν πολύ χαμηλότερο μισθό.

Πώς όμως οι εταιρίες επιβιώνουν σε καταστάσεις μη οικονομικής ευημερίας;

Αν εγώ δεν έχω να καταναλώσω, εκείνοι δεν θα έχουν να πουλήσουν.

Η λογική είναι πολύ απλή. Μειώνοντας τις χρονικές αποστάσεις των γενεών.

Βγάζοντας πιο συχνά νέα και πιο εξελιγμένα προϊόντα στην αγορά, οι εταιρίες πετυχαίνουν με μια πέτρα δύο πουλιά.

Το πρώτο πουλί έχει να κάνει με το hype που δημιουργεί ένα προϊόν όταν διατίθεται προς πώληση. Η καθημερινή τεχνολογία έχει πολλούς fan και με αυτόν τον τρόπο, όποτε βγαίνει κάτι νέο στην αγορά, αυτομάτως θα βάλει αρκετούς στο τριπάκι να το αποκτήσουν.

Το μεγάλο πουλί όμως, είναι άλλο.

Ένα state-of-art τεχνολογικό αγαθό, πάντα έχει κάποιο status που το ακολουθεί. Όταν βγαίνει κάτι νέο, πολύ απλά χάνει την status θέση που κατείχε από τον διάδοχό του.

Σαν αποτέλεσμα, η τιμή του πέφτει, οπότε και αρκετοί θα το προτιμήσουν σαν μια πιο «οικονομική λύση».

Με τον τρόπο αυτό, οι εταιρίες μπορούν να ξεφορτωθούν το stock που τους έχει μείνει, με μικρότερο περιθώριο κέρδους, αλλά και πάλι, χωρίς χασούρα στις περισσότερες περιπτώσεις.

Στην ουσία η επόμενη γενιά βγαίνει για να μπορέσει να πωληθεί η προηγούμενη.

Η κατάσταση μη οικονομικής ευημερίας – αλλά σταθερού πολιτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος – είναι η πλέον ιδανική για τον καταναλωτή και μέσο άνθρωπο, από πλευράς τεχνολογικής ανάπτυξης και συμφέρουσας απόκτησης.

Oι τεχνολογικές γενεές έχουν πολύ μικρότερη διαφορά και η ποιότητα των προϊόντων που αποκτά ο καταναλωτής καλυτερεύει όλο και περισσότερο, σε μεγαλύτερη συχνότητα.

Επίσης, σε μια κατάσταση μη οικονομικής ευημερίας, πολλές εταιρίες θα στραφούν στην προώθηση φθηνής καθημερινής τεχνολογίας με σκοπό να φέρουν ριζοσπαστικές αλλαγές στο χώρο τους.

Ένα απλό παράδειγμα αυτού είναι ότι οι πρώτοι πυρηνικοί αντιδραστήρες μπήκαν σε λειτουργία μετά από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Συγκεκριμένα, στην Αμερική το 1951, για στρατιωτικούς σκοπούς, και στη Ρωσία το 1954, δίνοντας μάλιστα ρεύμα και στο εθνικό δίκτυο ηλεκτρισμού της χώρας.

Μια τεχνολογία που σχεδόν θα εξάλειφε την ανάγκη να πληρώνει ο κόσμος για ρεύμα. Και το μόνο βέβαιο είναι ότι η τεχνολογία αυτή ήταν εφαρμόσιμη πολλά χρόνια πριν δοθεί στον μέσο άνθρωπο. Αλλά η οικονομική καταστροφή που προξένησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στους ανθρώπους, ίσως και να ανάγκασε τις τότε κυβερνήσεις – πλέον την θέση τους έχουν πάρει οι εταιρίες – να προβούν στην εφαρμογή αυτών των σχεδίων, με μερικά γνωστά και πολύ άσχημα αποτελέσματα, αλλά και άλλα πολύ επιτυχημένα.

Βάση όλων αυτών, λοιπόν, ένα είναι στο συμπέρασμα: αν δεν έχουμε λεφτά, θα έχουμε καλύτερη τεχνολογία. Να δούμε μόνο που θα τη βάλουμε.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.