Δεν ξέρω πολλά από τη νύχτα, γιατί ποτέ δε μ’ άρεζε. Κανείς δεν ξύπνησε ξαφνικά ένα δευτεριάτικο πρωινό κι αποφάσισε πως θέλει να δουλεύει νύχτα. Η πλειοψηφία αυτών, μάλιστα, που το κάνει την απεχθάνεται και τη βαριέται. Αλλά λίγο η ανάγκη σε ρευστό, λίγο ο γνωστός τους γνωστού, το φοιτητιλίκι, η απραγία σε χώνουν μέσα της χωρίς να το πάρεις πρέφα. Βέβαια, τα βράδια και τα νυχτοπερπατήματα για να πιάσουν τόπο θέτουν όρο απαράμιλλο να είσαι ο εαυτός σου, αλλιώς κάπου σκαλώνει η φάση.

Μπαίνεις μέσα σ΄ ένα νυχτομάγαζο και θεωρείς πως το μυαλό όσων εργάζονται εκεί αποποιείται καθετί γήινο και κάνει τη γνωστή ζωάρα. Παραγγέλνεις το ποτό σου από εκείνον το σβέλτο τυπά που διαβάζει στα χείλη σου το ποτό που ξεστομίζεις πριν καν προλάβεις να ολοκληρώσεις τη φράση σου. Ταυτόχρονα, κοιτάς λίγο τη barwoman που όσο παλεύει να γεμίσει με ουίσκι το ποτό σου περιτριγυρίζεται από καμιά δεκαριά γλοιώδεις τύπους να της την πέφτουν τύφλα στο μεθύσι, ενώ εκείνη καταφέρνει άλλη μια φορά να είναι τέρας ψυχραιμίας στην κάθε αισχρότητα και μαλακία που θ’ ακούσει.

Λίγο πιο πέρα στο βάθος πετυχαίνεις και κάνα δυο μαλάκες που χτυπάνε παλαμάκια και τραγουδάνε μόνοι τους προσπαθώντας να βολέψουν τον κόσμο που γεμίζει σωρηδόν το μαγαζί. Να στο παίζουν ευγενικοί για να μην προσβληθείς, να γελάνε χωρίς λόγο κι αιτία σ’ ό,τι κι αν τους πεις, να το παίζουν τρελάρες και ζαμανφού και να χορεύουν στους ρυθμούς του DJ. Εκείνου που ξεροσταλιάζει όρθιος όλο το βράδυ για να λυγιέται το δικό σου κορμί και να διασκεδάζεις ξέφρενα χωρίς σταματημό.

Ο φωτογράφος τριγύρω σου να σ’ αποθανατίζει για την επόμενη φώτο προφίλ σου, η οποία θ’ αποτελέσει ένα καλό δείγμα της καύλας που κουβαλάει για τη φωτογραφία και τη δουλειά του. Κάποιοι άλλοι, αφεντικά και μη, περνάνε το βράδυ τους τριγύρω καπνίζοντας και πίνοντας για να βεβαιώνονται πως τίποτα δε θα καταστρέψει τη διασκέδασή σου και το μαγαζί ή μαγαζάκι να σε επιβεβαιώσει ότι είναι τόσο ποιοτικό όσο εξαρχής νόμισες. Είτε αυτό είναι ένα από τα γνωστότερα night-life μαγαζιά της πόλης σου, είτε το μικρό μπαράκι στη γωνία του στενού που μένεις.

Όσο μεγαλύτερη η πόλη σου, τόσο περισσότερο βρώμικη είναι κι η νύχτα. Γυναίκες με την δίμετρη τακούνα και το μίνι φόρεμα να σε υποδέχονται πριν μπεις, φουσκωμένοι μπράβοι πανέτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο, dress-code, μπόμπες ποτάρες για να ζαλίζεσαι πιο εύκολα, κοριτσάκια που κάθονται στα μεγάλα αφεντικά, ναρκωτικά κι όλα τα συναφή. Η νύχτα έχασε το νόημά της όταν έπεισε τον κόσμο της ότι για να πρωτοπορήσεις πρέπει να είσαι κάποιος άλλος κι όχι ο εαυτός σου. Η νύχτα έχασε την ουσία της όταν έγινε ανήθικη κι αναξιοπρεπής, αποτέλεσμα του ιού της αναξιοπρέπειας που μαστίζει τον κόσμο!

Προσωπικά, πάντα λάτρευα εκείνα τα μαγαζάκια στη γύρα που με φιλεύουν την μπύρα και τη μουσικάρα μου ανιδιοτελώς κι εγώ να φουμάρω το τσιγάρο μου σαν να μην υπάρχει αύριο κι ύστερα να επιστρέφω σπίτι μου λες και πέτυχα την κάθαρση. Παρ’ όλα ταύτα, έξω εκεί υπάρχουν κάποια αφεντικά, κάποιοι barmen, κάποιοι σερβιτόροι, μερικοί DJs, μερικά PR και κάποιοι φωτογράφοι που αποδεικνύουν πως όσο μικρό ή μεγάλο κι αν είναι το μαγαζί που δουλεύουν, γι’ αυτούς μετράει περισσότερο να είσαι η οικογένειά τους κι όχι οι εργαζόμενοι του δήθεν, του ναρκισσισμού και του ανταγωνισμού.

Επειδή έρχονται πάντα –πολύ συχνότερα απ’ ότι πιστεύουμε- εκείνες οι κυκλοθυμικές βραδιές που ενώ πρέπει ν’ αναλάβεις το πόστο σου –όποιο κι αν είναι αυτό- απαριθμείς τ’ αμέτρητα προβλήματα που κλείδωσες σπίτι σου για λίγες ώρες, ώστε να ΄ρθεις να διασκεδάσεις, να καψουρέψεις ή να μεθύσεις αυτούς που εμπιστεύτηκαν εσένα. Όταν το μυαλό πετάει από ‘δω κι από ‘κει και καμία όρεξη δεν έχεις να το παίζεις ο τρελός του χωριού για να περνάνε οι άλλοι καλά.

Όταν ο DJ έχει αφήσει το παιδάκι του άρρωστο σπίτι, ο μπαμπάς του PR έμεινε άνεργος ενώ το πρωί πρέπει να ξυπνήσει ν’ ανταποκριθεί στο σερβιτοριλίκι, ο barman μαζεύει λεφτά όσο περιμένει να πάρει πτυχίο –όσο κι αν απομακρύνεται γιατί τον έφαγε η βιοπάλη- και να ξεκουμπιστεί να φύγει, ο σερβιτόρος δουλεύει τρεις μέρες σερί ενώ έχασε τη μάνα του πριν λίγες μέρες κι έχει και τη γκόμενα να του γκρινιάζει. Ο φωτογράφος να ψήνεται στον πυρετό, το αφεντικό να πρέπει να πάει στο γραφείο το πρωί κι όλοι μαζί να ‘χουν καταντήσει αλκοολικοί, γιατί τα βράδια γαμάνε τις ζωές και τις ψυχές όσων τολμάνε να συνάψουν σχέσεις μαζί τους.

Και πέρα αυτού, να στιγματίζεσαι κιόλας ως «κακό παιδί» επηρεασμένος από την άπειρη σκουριά κι αηδία που έντυσαν τα νυχτομάγαζα μεγάλης εμβέλειας της αστικής ζωής. Οι άνθρωποι που δουλεύουν νύχτα είναι παιδιά που ίσως να έχουν σοβαρότερα προβλήματα απ’ αυτά που ήδη έχεις εσύ και σίγουρα απ’ αυτά που ήδη φαντάζεσαι. Δεν είναι πλούσιοι όσοι δουλεύουν βράδυ, δεν είναι πουτάνες όσες το τολμάνε, δεν είναι καύλες οι άντρες που ξεροσταλιάζουν εκεί μέσα.

Μα δε σε αδικώ κιόλας γι’ αυτή σου την πεποίθηση, αφού οι αρχές του κόσμου πως όλα γίνονται για τις γυναίκες και το χρήμα αποτελούν πλέον τα καθέκαστα πρότυπα. Απλά, εγώ που την απαρνιόμουν και σνόμπαρα τη νύχτα, τελικά αντίκρουσα πρύμνη και συνειδητοποίησα ότι η νύχτα θέλει τσαγανό, κότσια, μα πάνω απ’ όλα χαρακτήρα. Κι εκεί είναι που οι άλλοι, οι «μεγάλοι», έχουν χάσει τον μπούσουλα!

Αφιερωμένο στο μαγαζί που τα PR φοράνε τζιν, αρβύλες, φόρμες, σπορτέξ και χαμογελάρες, οι σερβιτόροι είναι τα καλύτερα παιδιά, οι barmen κι οι barwomen δεν ψωνίστηκαν ποτέ, οι DJ αγαπούν τη μουσική τους ωσάν Θεό τους, οι φωτογράφοι δεν το ‘παιξαν ποτέ δήθεν επαγγελματίες κι απλά αγαπούν αυτό που δίνουν και τ’ αφεντικά σ’ έχουν σαν παιδί τους. Αφιερωμένο στα μαγαζί που σ’ επέλεξε μόνο γιατί είσαι απλός κι ο εαυτός σου. Αφιερωμένο σε μια οικογένεια.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.