Υπάρχει μια ορισμένη κατηγορία ανθρώπων, εξαιρετικά επικοινωνιακοί τύποι κάτω από συγκεκριμένες βέβαια συνθήκες, που διαθέτουν δύο βασικούς κι ανίατους εθισμούς στη ζωή τους. Αυτοί που, για να ξαμολύσουν «καλημέρες» ή να εκτυλίξουν κουβέντες όταν ανοίξουν το μάτι τους, έχουν ανάγκη από τρεις γουλιές καφεΐνης και δυο τζούρες νικοτίνης να κυλίσουν στις φλέβες και να ξεβουλώσουν τις αρτηρίες. Γενικότερα, κάθε ώρα της ημέρας τους συνυπογράφεται από ένα τσιγάρο στο ένα χέρι κι έναν καφέ στο άλλο. Κι έτσι οι μέρες περνούν και τα χρόνια κυλάνε στους ίδιους αγιάτρευτους κι εξαρτημένους ρυθμούς.

Η γαμημένη η κρίση, όμως, και τα ριζικά μνημόνια είχαν άλλα σχέδια για εκείνους τους ανθρώπους. Τους φυλούσαν ένα δράμα με πολύ δάκρυ και πόνο που ονομάζεται «αύξηση του Φ.Π.Α. στον καφέ και στα τσιγάρα». Σας πληροφορώ ότι από την αρχή του ’17 που εφαρμόστηκε το μέτρο, μέσα σ’ ένα μερόνυχτο, είδα το πορτοφόλι μου ν’ αδειάζει σωρηδόν. Παιδιά, δεν κάνω πλάκα! Μας πόνεσε την ψυχή και την τσέπη αυτή η αύξηση κι ιδιαίτερα όσους ήταν από πριν φτωχαδάκια τους έκανε να νιώσουν γιούφτοι και τους στέρησε την ανεξαρτησία.

Καταρχάς και κατά κύρια, πάντα ο καφές που σου φτιάχνει ο άλλος σ’ αρέσει περισσότερο. Μου το ‘χει πει κι ένας φίλος barman που ξέρει απ’ αυτά. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο κι επειδή, κακά τα ψέματα, είσαι ένας αδίστακτος τεμπέλης που δε θα σηκωθεί απ’ τον καναπέ του για κανένα λόγο, ο καφές σου θα ‘ναι πάντα ο γνωστός σε όλους μας «καφές στο χέρι», είτε στον φέρει ο deliverας, είτε η κατάστα είναι self-service. Πάντα θ’ αγοράζεται απ’ έξω, σε οποιοδήποτε χρόνο, σε οποιονδήποτε τόπο, για οποιουσδήποτε λόγους, τουλάχιστον δυο φορές το 24ωρο.

Δυστυχώς, η εγκεφαλική λειτουργία ενεργοποιείται κι εγκαρδιώνεται στους εθισμένους μόνο με τη γεύση του καφέ στη γλώσσα και την κύλισή του στον οισοφάγο. Η ποσότητα της πρέζας των εξαρτημένων υπολογίζεται σε περίπου τρεις καφέδες την ημέρα. Δύο ευρώ ο καφές επί τρεις φορές, έφυγε το εξάευρω. Αν είσαι δε κι απ’ αυτούς που αράζουν την πέτσα τους τουλάχιστον κάνα τρίωρο την ημέρα στην καφετέρια, τότε τα 3.50€ δεν παλεύονται. Εξάρχεια, παιδιά, Εξάρχεια, μπας και σωθούμε. Ψάξτε και κανένα underground φάση μαγαζί και κάντε το στέκι, γιατί το σύνδρομο στέρησης ελλοχεύει και σε λίγο θα ρωτάμε το «φιλαράκι» αν έχει πενήντα λεπτά να πάρουμε τυρόπιτα. Με καφέ, εννοείται.

Στην αρχή, σε κατακλύζει ο ωχαδερφισμός και δεν προλαβαίνεις να καταλάβεις πώς εξανεμίζονται τόσο γοργά τα όμορφα χρηματάκια σου. Όταν, όμως, αναρωτηθείς πότε πρόλαβες να χαλάσεις το εικοσάευρω που είχες στην τσέπη, τότε το φυλλοκάρδι προφανώς κι αρχίζει να τρέμει. Ε, καλά, μη νομίζεις κι εσύ, δε θέλει και πολύ. Καφές και τσιγάρα!

Τσιγάρα. Ο άλλος βαθύς κι αβάσταχτος πόνος –ίσως και λιγάκι μεγαλύτερος- που μας επιφύλαξε η πτωχευμένη μοίρα μας. Ποιος πούστης ήταν αυτός που σκέφτηκε να μετατρέψει τον καπνό σε εφτάευρω; Για να δώσεις στον περιπτερά εφτά ευρώ θα πρέπει και να τα έχεις. Κι ας αυξήθηκε η ποσότητα του καπνού, η κίνηση του χεριού να βγάλει τα φράγκα είναι επίπονη. Πόσο μάλλον όταν ο καπνιστής φουμάρει και λιγάκι παραπάνω!

Όχι, δε βοηθάνε τα πολλά γραμμάρια καπνού στον έλεγχο του καπνίσματος. Αντιθέτως, η όραση πολλές φορές σε προδίδει ανεπανόρθωτα και, θεωρώντας πως έχεις αρκετό καπνό, κάνεις και κάνα δυο τσιγάρα περισσότερο. Και κάπως έτσι, με κάποιον τρόπο, η εξαφάνιση του καπνού σου επιταχύνεται. Και πονάει να μην μπορείς να νουθετήσεις ούτε τις χαρμάνες σου, ούτε το παραδάκι σου!

Πάλι όχι, δε συμφέρει ν’ αγοράσεις ένα πακέτο που θα σου εξασφαλίσει μετρημένα είκοσι και ταχέως εξαφανισθέντα τσιγάρα, γιατί θα τα εξαντλήσεις σ’ ένα διάστημα από μισή έως και μία ημέρα –αναλόγως των διαθέσεων- και θ’ αναγκαστείς ν’ αγοράσεις καινούριο πακέτο την επομένη με τέσσερα ευρώ. Θα το πάρεις το γαμημένο το πακέτο ίσως μόνο όταν η δουλειά σου υπερισχύει του στριψίματος των τσιγάρων και δε σου αφήνει χρόνο. Και για να ξέρεις, σ’ εκείνη την περίπτωση το πακέτο δε θ’ αντέξει περισσότερο από ένα εξάωρο και πόσο μάλλον όταν δουλεύεις νύχτα. Άντε, θα το πάρεις κι όταν οι τελευταίες ημέρες του μήνα σε παρατάνε σύξυλο με δέκα ευρώ, τότε που ο «χαρμάνης» γίνεται τρόπος ζωής κι η ζητιανιά της τράκας πίστη και θρησκεία.

Τουτέστιν και συνοπτικά, πλέον για να βγεις όξω για μια τυπική βόλτα με τα φιλαράκια, που προηγουμένως έχεις ξεμείνει κι από καπνό, χρειάζεσαι ένα δεκάευρω στο νερό για ν’ αγοράσεις καπνό και φιλτρόχαρτα και να πιεις κι έναν τίμιο καφέ, σαν άνθρωπος βρε αδερφέ.

Ο Φ.Π.Α. μας γάμησε και δε μας φτάνουν ούτε για κωλόχαρτο. Επειδή αν υπάρχει κάτι απ’ τα έξοδα που θα μπορούσαμε να κουμαντάρουμε, να μειώσουμε ή και να «κόψουμε» εμείς οι εξαρτημένοι, τότε αυτά δεν είναι ούτε οι καφέδες ούτε τα τσιγάρα. Οκ, Οικονομική Κρίση, έλα και πάρε μας τα πάντα, άσε μας όμως καβάτζα την καφεΐνη και τη νικοτίνη. Και χαρμάνης και άφραγκος;

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.