Ένας άνθρωπος που τον χαρακτηρίζεις ωραίο. Τέτοιος είναι ο Δημήτρης Μπάκουλης.

Ακομπλεξάριστος, αληθινός, ένας άνθρωπος που δεν δίστασε να ρισκάρει και να πάρει το δύσκολο δρόμο του να ακολουθήσει το μεράκι του. «Αν είναι να πεινάσουμε τουλάχιστον ας το κάνουμε με πάθος», μας λέει. Ρεαλιστής μα και ονειροπόλος, ένας καλλιτέχνης που τον θαυμάζω. Για αυτά που γράφει, για αυτά που τραγουδά, αλλά και για αυτά που δεν φοβάται να πει.

Καλησπέρα Δημήτρη.  Κατ’ αρχήν να πω πως είναι μεγάλη μου χαρά που σου παίρνω συνέντευξη, η αλήθεια είναι πως τα τραγούδια σου από τότε που τα γνώρισα μου κράτησαν για πολλές μέρες και νύχτες συντροφιά.

Καλησπέρα Γιάννη, σε ευχαριστώ πολύ γιατί αυτή είναι η μεγαλύτερη χαρά μου. Αυτός είναι και ο σκοπός των τραγουδιών παντός είδους. Να συντροφεύουν τους ανθρώπους στα δύσκολα και στα εύκολα βράδια.

Από πού επηρεάστηκες και ξεκίνησες την ενασχόλησή σου με τη μουσική και πόσο χρονών ξεκίνησες να ασχολείσαι;

Το σπίτι μου νομίζω ότι φταίει κατά 99% για την ενασχόληση μου με την μουσική. Δεν υπήρχε ώρα της ημέρας που να μην ακούγεται κάτι. Ατέλειωτες μουσικές, υπέροχες, από τους Pink Floyd στον Διονυσίου και τούμπαλιν. Αφού να φανταστείς πρώτα είπα «λυγαριά» κι ύστερα μπαμπά και μαμά.

 Η όλη ιστορία λοιπόν ξεκίνησε από την κλασσική κιθάρα που είχε πάρει γαμήλιο δώρο η μάνα μου στον πατέρα μου. Εκεί άρχισα να σκαλίζω μόνος μου σιγά σιγά και να παίζω τα πρώτα τραγούδια.

Ποια ήταν τα μουσικά ερεθίσματα των παιδικών σου χρόνων και κατά πόσο σε επηρέασαν;

Μικρός άκουγα τελείως άλλα πράγματα. Στην αρχή σκληροπυρηνικές ροκιές κι ύστερα ήρθε το metal. Δεν έχω μετανιώσει καθόλου όμως γιατί αυτά τα λίγα που ξέρω στην κιθάρα από εκεί  τα έμαθα.

Πόσο δύσκολο είναι για ένα παιδί της ηλικίας σου να προσπαθεί να κάνει αυτό που γουστάρει και ευχαριστιέται,  επάγγελμα το οποίο να σου εξασφαλίζει τα προς το ζην;

Για ένα παιδί της ηλικίας μου, που δεν έχει από πίσω του δυό - τρία στόματα να θρέψει, τουλάχιστον αξίζει να το ρισκάρει. Στο αβέβαιο ζούμε, τα πτυχία των παιδιών της γενιάς μου σκουπίζουν τις υγρασίες των τοίχων στις επαρχίες που επιστρέφουν για να μείνουν πάλι στο πατρικό τους,  οπότε τι μένει; Να ρισκάρουμε. Αν είναι να πεινάσουμε τουλάχιστον ας το κάνουμε με πάθος.

Θέλω να μου πεις ποιες είναι οι πηγές έμπνευσης για να γράφεις τα ‘παιδιά σου’ όπως τα αποκαλείς.

Νομίζω θα ναι η πιο σύντομη απάντηση μου. Τα πάντα. Θέλω πραγματικά να γράψω για τα πάντα. Δυστυχώς δεν γίνεται.

Εκτός από δικά σου τραγούδια, εκτελείς και διασκευές. Θα ήθελα να μου πεις με ποιο κριτήριο επιλέγεις ένα τραγούδι για να το διασκευάσεις; Πόσο δύσκολο είναι να κάνεις μια διασκευή και μάλιστα να προσθέσεις και το προσωπικό σου στίγμα μέσα;

Μέσα στην ερώτηση σου βρίσκεται και η απάντηση. Τραγουδάω μόνο όσα τραγούδια έχουν μέσα τους από λίγο έως πολύ Δημήτρη. Τώρα για το πόσο δύσκολο είναι, ευτυχώς μια αδυναμία μου είναι το πλεονέκτημά μου. Ούτε βιρτουόζος κιθαρίστας είμαι, ούτε τραγουδιστής, οπότε ποτέ δεν μπορούσα να αναπαράγω πιστά την πρώτη εκτέλεση κανενός τραγουδιού. Όλα τα λέω και τα παίζω όπως θα ήτανε αν τα είχα γράψει εγώ. Το ξέρω ότι σε κάποιους πάντα θα «κλωτσάει» αυτή η πειραματική διάθεση κι αυτή η εξατομίκευση της μουσικής, αλλά όλα αυτά τα υπέροχα λαϊκά τραγούδια είναι η προίκα μας.  Άλλος μπορεί να τη φυλάει αποστειρωμένη σε ένα μπαούλο κι άλλος πάει και την ξεκλειδώνει τις νύχτες και παίζει μαζί της. Εγώ είμαι ο δεύτερος.

Κατά τη γνώμη σου, τα τραγούδια αυτά που αγαπάς και σε εκφράζουν και είτε τα διασκευάζεις είτε απλώς τα απολαμβάνεις, είτε αυτά είναι έντεχνα είτε λαϊκά, είτε ρεμπέτικα είτε ανατολίτικα, μπορούν να μεταδοθούν από γενιά σε γενιά; Είναι εφικτό στις μέρες μας κάτι τέτοιο;

Εφόσον στην εποχή της υπερπληροφόρησης, του internet, της ποπ κουλτούρας και της εύκολης μουσικής, των ραδιοφωνικών σταθμών που σου πλασάρουν τον νέο εντεχνοκουλτουρίδη μέχρι να σου ματώσουν τα αυτιά, εγώ στα 23 μου εμμένω στο να γουστάρω με Μανώλη Αγγελόπουλο, τότε ναι. Πάντα η καλή μουσική θα φτάνει στα αυτιά αυτών που ψάχνουν να την ακούσουν.

Μια ερώτηση κλισέ. Με ποιόν Έλληνα τραγουδιστή-τραγουδίστρια θα ήθελες να συνεργαστείς;

Μια μη κλισέ απάντηση, συνεργάζομαι ήδη. Η Αντιγόνη Μπασακάρου, η Ρία Ελληνίδου, η Ελένη Καπηλίδου, η Άννα Μπιλιλή, η Αθηνά Λαμπίρη, ο Κώστας Τηγάνης, ο Μάκης Σεβίλογλου και άπειροι άλλοι που αυτή τη στιγμή μπορεί να ξεχνάω, είναι οι αγαπημένες μου φωνές του σήμερα και με αυτούς θέλω να συνεργάζομαι. Πέρασα από την περίοδο που φανταζόμουν τα κομμάτια μου με φωνές «μεγάλων» ονομάτων. Όσοι όμως προανέφερα και πολλοί άλλοι είναι άνθρωποι που εκτός από τις φωνές τους αγαπάω και τους ίδιους κι έχει μια αλλιώτικη ηδονή να ακούς τα τραγούδια σου από αγαπημένα στόματα.

Προχτές είδα στο facebook να λες, για δικό σου τραγούδι, πως «τώρα κατάλαβα τι λένε οι στίχοι». Μου φάνηκε πολύ γοητευτικό, πολύ συναρπαστικό αυτό. Μπορείς να μας το εξηγήσεις;

Επειδή το 100% των τραγουδιών μου είναι γραμμένα εν θερμώ, πολλές φορές αναθεωρώ όχι για το ίδιο το τραγούδι αλλά για το πρόσωπο ή την κατάσταση για την οποία γράφτηκε. Καμιά φορά λοιπόν ξεκινάς να γράψεις ένα τραγούδι αφιερωμένο σε μια σταγόνα και καταλήγεις να μιλάς για μια ολόκληρη θάλασσα. Έτσι έγινε και με το τραγούδι στο οποίο αναφέρεσαι.

Αυτή η ερώτηση είναι στη ευχέρεια σου το αν θα την απαντήσεις. Θα ήθελα να μου πεις με ποια αφορμή, με ποιο ερέθισμα, ποια ιστορία συνοδεύει το τραγούδι σου «Αιωρούμενος»; Είναι ένα τραγούδι με το οποίο προσωπικά έχω ταυτιστεί πολύ.

Στην πιο ωραία ερώτηση δεν θα απαντήσω;  Ο «Αιωρούμενος» ήρθε σε μία από τις πολλές περιόδους της μικρής ζωής μου, που ήμουν μόνος. Η αιώρηση λοιπόν του εν λόγω κυρίου είναι τα αγαθά της μοναξιάς. Η ανεξαρτησία, η ελευθερία και η αντισυμβατικότητα, είναι οι ατέλειωτες πτήσεις που απολαμβάνει καθημερινά. Μέχρι που στα 2 χρόνια μοναξιάς, ο κύριος «Βαρέθηκε να αιωρείται αν είναι την αγάπη να μη βρει». Πλέον λοιπόν κι εγώ και ο αιωρούμενος, ρίχνουμε λίγο νερό στο κρασί μας, πάψαμε να είμαστε αγρίμια και είμαστε διατεθειμένοι να αγαπήσουμε ανιδιοτελώς. Έτσι γράφτηκε ο αιωρούμενος. Από την ειλικρινή ανάγκη του κάθε ανθρώπου να αγαπήσει, όποιο κι αν είναι το τίμημα.

Πού θα σε βρουν αυτό τον καιρό αυτοί που γουστάρουν να σε ακούν, και σε τι ακούσματα κινείσαι;

Από το περασμένο Σεπτέμβρη έχουμε ξεκινήσει μια κοινή πορεία με έναν πολύ καλό φίλο και τραγουδοποιό τον Βασίλη το Φλώρο, με τον οποίο παίζουμε κάθε Τετάρτη στο μουσικό μεζεδοπωλείο «Μια μολυβιά» στο Βύρωνα και περιστασιακά όπου αλλού προκύψει. Ο ήχος μου ήταν, είναι και θα είναι λαϊκός στη βάση του. Θα μου πεις από την άλλη τι στο καλό είναι λαϊκό... ούτε κι εγώ ξέρω. Από τον John Lee Hooker ως τον Αγγελόπουλο, όλα λαϊκά μου φαίνονται εμένα.

Είχες πει πως τα περισσότερα τραγούδια σου τα έγραψες εν θερμώ. Είναι ο έρωτας η κινητήριος δύναμη για τα περισσότερα «παιδιά» σου; Πες μου αν θες μια χαρακτηριστική ιστορία για ένα τραγούδι σου.

Ο έρωτας είναι κινητήρια δύναμη ακόμα και για να ανέβει εθνική η ομάδα σου ρε Γιάννη, σ'ένα τραγουδάκι θα φρενάρει; Βέβαια όπως και στη μουσική, έτσι και στον έρωτα όλα έχουν γίνει εμπόριο, έχουν μπει ταμπέλες που ένας αόρατος κομπλεξικός μας ορίζει τι είναι έρωτας και τι όχι, οπότε πρέπει να εξηγήσω το αυτονόητο. Δεν γράφονται όλα τα τραγούδια για μια γυναίκα, όταν γράφεις για μια γυναίκα το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα ερωτικό, δεν χρειάζεται να είσαι ερωτευμένος για να γράψεις ερωτικό τραγούδι. Όλα μα όλα τα τραγούδια όμως έχουν σαν πυρήνα την ύπαρξη ή την ανυπαρξία ενός σημαντικού ανθρώπου στη ζωή σου. Άλλοτε τον ψάχνουμε κι άλλοτε αφηγούμαστε το πως τον βρήκαμε. Και μια σύντομη ιστορία γιατί μακρηγόρησα. Το τελευταίο τραγούδι που έγραψα, ενώ αφηγείται την μητρική μας σχέση με τον πόνο και το ζόρι που τραβάει η καρδούλα μας από την πρώτη μας έως την τελευταία μας ανάσα, ξαφνικά από το πουθενά σ' ένα ρεφρέν λέω  «Τις ελπίδες μου έχω κρύψει, στων χεριών σου τις σπηλιές». Το πιο βαρύ ζεϊμπέκικο που έχω γράψει ποτέ μου, φιλοξενεί την πιο γλυκιά κουβέντα που έχω γράψει κατ‘ εμέ για άνθρωπο.

Ποιοι είναι οι επόμενοι σου στόχοι σαν μουσικός και σαν άνθρωπος;

Δεν είμαι καθόλου των στόχων (ο ξινός ο άνθρωπος, πνεύμα αντιλογίας όλη την ώρα). Είμαι εντάξει με όσα έχω και τώρα. Τέσσερις ανθρώπους πολύ δικούς μου ανθρώπους, μια δουλειά που αγαπάω πολύ και την κάνω με μεράκι και τα «καμένα» κινούμενα σχέδια της Νικελόντεον. Είναι αρκετά.

photo by: Vassilis Papaioannou

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.