Το πρώτο μου live ήταν στο θρυλικό Ρόδον της οδού Μάρνης.

Πολλά δε θυμάμαι από εκείνη τη βραδιά. Εκείνο, όμως που θυμάμαι ήταν, ότι μετά από εκείνη  οι μουσικές πλέον είχαν άλλο νόημα όταν προέρχονταν από live. Το Ρόδον έκλεισε μετά από 18 χρόνια λειτουργίας αφήνοντας όνομα στη συναυλιακή ιστορία και όσοι είχαν ήδη περάσει από εκεί «κόλλησαν» δια παντός το μικρόβιο του live, μην μπορώντας  ποτέ να επαναφέρουν το μουσικό ανοσοποιητικό τους σύστημα στην πρότερη του κατάσταση.

Πώς  να μην αγαπήσεις αυτή τη μαγική εμπειρία που λέγεται live;

Πώς (μετά το πρώτο live) να μπορέσεις να χωρέσεις όλο σου το μουσικό «είναι» σ’ ένα μαγαζάκι (ασχέτως τετραγωνικών), στο οποίο η μουσική φτάνει σε σένα σαν τακτοποιημένο αποστειρωμένο συρτάρι ρούχων μέσα από ηχεία και dj sets; Πώς να καταλάβεις τις νότες, εάν δεν νιώσεις στο παρκέ τις δονήσεις του ίδιου του μουσικού;

Κι αν τύχει και πατάς τσιμέντο ή χορτάρι, σε κάποιο υπαίθριο live, αρκεί η πλάτη του διπλανού σου για τις δονήσεις αυτές και στη συνέχεια η δική σου, που θ’ ακουμπήσει κάποια άλλη πλάτη σαν μια ατέλειωτη σκυταλοδρομία αισθήσεων.

Η διάθεση αρχίζει να ανεβαίνει ήδη από την αναμονή στην ουρά για τον έλεγχο του εισιτηρίου. Όσο πιο αντίξοες οι συνθήκες (η ουρά να φτάνει δυο τετράγωνα παρακάτω, κρύο, η κούραση της ημέρας που φεύγει), τόσο μεγαλύτερη η λαχτάρα για το πολυπόθητο check και την είσοδο στον συναυλιακό χώρο.

Αλλά και στα μαγαζιά με τη ζωντανή μουσική, και τις μεγάλες ή μικρές μπάντες, η ατμόσφαιρα είναι ζεστή και θυμίζει reunion παλιών φίλων. Τα φώτα χαμηλώνουν, οι μουσικοί «φοράνε» τις κιθάρες τους, οι πρώτες νότες προβάρονται δοκιμάζοντας τον ήχο και το ταξίδι αρχίζει.

Στα μάτια όλων υπάρχει η ίδια λάμψη με αυτή των τυχαίων, άγνωστων συνταξιδιωτών μιας πτήσης. Το μουσικό ταξίδι αρχίζει.

Υπάρχουν καλλιτέχνες που απογειώνονται σε live εμφανίσεις. Ταλέντο που δεν το έχουν όλοι. Κάθε ενότητα εμφανίσεων έχει τη μορφή παράστασης. Μία συνοχή ανάμεσα στα λόγια και στα τραγούδια, που εναλλάσσονται μεταξύ τους σ’ ένα καθ’ όλα γιορτινό κλίμα.

Ο καλλιτέχνης μιλάει με το κοινό ανάμεσα στα τραγούδια, αφουγκράζεται την έξαψη του και κυριολεκτικά τη δαμάζει αυξομειώνοντάς την, ανάλογα με το αν αν ακολουθεί χορευτικό κομμάτι ή μπαλάντα. Μοιράζεται την ιστορία του κάθε τραγουδιού με την ιδιότητα και τη χαρά του δημιουργού, χορεύει με τον κόσμο, κλείνει τα μάτια ταυτόχρονα με το κοινό του και ταξιδεύει στις μπαλάντες του.

Με άλλα λόγια, ο ίδιος καλλιτέχνης είναι ταυτόχρονα δύο άνθρωποι τη συγκεκριμένη στιγμή.

Είναι εκείνος, που πάνω στη σκηνή διαχειρίζεται και μοιράζει απλόχερα αυτό το ατελείωτο γλέντι κι είναι κι εκείνος κάτω από τη σκηνή, ακριβώς  δίπλα σου, που κατά λάθος σκουντιέστε όταν χορεύετε ή που χαμογελάτε μεταξύ σας στην μπαλάντα, που και τους δυο σας σας ταξιδεύει.  Τόσο κοντά σου τον αισθάνεσαι.

Αυτό ακριβώς το συναίσθημα δε μπορούν να σου το μεταφέρουν όλοι οι τραγουδοποιοί, όσο αξιόλογη κι αξιοπρεπή πορεία κι αν έχουν.

Είναι ελάχιστοι εκείνοι που θα μπορέσουν να στο χαρίσουν και σίγουρα ένας από εκείνους είναι αδιαμφισβήτητα ο Φοίβος Δεληβοριάς.

Όσοι έχουν παρακολουθήσει live του το γνωρίζουν και περίτρανα το επιβεβαιώνουν. Είτε κάθεσαι σε σκαμπό στο μπαρ, είτε όρθιος στο Γκάζι, είτε καθισμένος  στο γρασίδι του κήπου του Μεγάρου Μουσικής, ο Δεληβοριάς λίγα μέτρα μακρυά σου είναι ανεπανάληπτος.Η γενιά των σημερινών σαράντα νιώθει έναν ιδιαίτερο συναισθηματικό σύνδεσμο με τις μουσικές του.

Ήταν πριν από 20 χρόνια, το 1995, όταν κυκλοφόρησε το cd του Φοίβου «Η ζωή μόνο έτσι είναι ωραία». Ουσιαστικά αυτή ήταν και η επιβεβαίωση της έναρξης της επαγγελματικής ενασχόλησης του Φοίβου Δεληβοριά με το τραγούδι, σε ολοκληρωμένο πλαίσιο, δηλαδή φωνή, στιχουργική και σύνθεση.

Σε ένα δώμα στα Εξάρχεια, στην οδό Νοταρά, επιβεβαιώναμε την φοιτητική μας ιδιότητα με την κλασική παρτίδα τάβλι, ακούγοντας τον «πατήρ Φοίβο ολομόναχο» να αναπολεί το στήθος της, που έκρυβε το ήθος της. Ή τον Θανάση Βέγγο να ραπάρει.

Αυτή ήταν η μαγική φοιτητική περίοδος, η λήξη της εφηβείας μας και η μποέμικη χροιά των τότε χρόνων. Καφέ Διπλό στην πλατεία Εξαρχείων, φαγητό στη Λέσχη, μαθήματα, τάβλι στη Νοταρά, Μελωδία στο ράδιο, περιοδικό Μετρό με τα ωραία του ψηφιακά δισκάκια δώρο, διάβασμα, πολύ γράψιμο και μουσικές, πολλές μουσικές.

Κάπως έτσι μπήκε τότε στη ζωή μας ο συνομήλικος Φοίβος με τον υπέροχο στίχο του. Και τα μαγικά του live φυσικά.

 

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.