Στο αριστουργηματικό «Η θάλασσα μέσα μου» (2004) του Αμενάμπαρ, ο  Ραμόν Σαμπέδρο κατάφερε μετά από τριάντα χρόνια  προσπάθειας (ένεκα της τετραπληγίας του από τα 25 του χρόνια μετά από βουτιά στη θάλασσα και τραύμα στον αυχένα)  να τερματίσει, με τη βοήθεια στενών φίλων, τη ζωή του «με αξιοπρέπεια».

Η βουτιά εκείνη στη θάλασσα είναι χαραγμένη στη μνήμη όλων όσων είδαν την ταινία. Όπως και το πέταγμα έξω από το παράθυρο, το πέταγμα προς την ελευθερία μέσα από τον προσδοκώμενο υποβοηθούμενο θάνατο. Τριάντα χρόνια αγώνας και κινητοποίηση, με προσφυγές σε νομικά όργανα, μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις έφεραν τελικά στον Ραμόν τον πολυπόθητο θάνατο «με αξιοπρέπεια».

Τα πράγματα είναι εύκολα όταν σε χωρίζει η απόσταση του κινηματογράφου από τον κάθε Ραμόν. Και είναι φυσικό, όταν απέναντί σου έχεις το γλυκό πρόσωπο του Μπαρδέμ και τον λυρικό του πόνο, να θες να είσαι ο πρώτος που θα υπογράψει για την τελευταία του βουτιά, για να κοπάσει η θάλασσα μέσα του.

Τί γίνεται όμως όταν ο Ραμόν απέναντι σου είναι η μάνα σου ή το παιδί σου;

Πόσο ευδιάκριτα είναι τα όρια μεταξύ αυτής της «αξιοπρέπειας» και της αφαίρεσης μιας ζωής; Πώς είναι το μετά, συνειδησιακά, εκείνου που αποσυνέδεσε τη μηχανική υποστήριξη ή που απλά υπέγραψε;

Ευθανασία σημαίνει καλός, ανώδυνος θάνατος.

Ως έννοια έχει παρόμοια ιστορία (σε χρονική ισχύ) με την ιατρική. Ο ίδιος ο Ιπποκράτης απαγόρευε τη χρήση της ή και απλά την υποβοήθησή της, αφού ο όρκος του αναφέρει «Ου δώσω δε ουδέ φάρμακον ουδενί αιτηθείς θανάσιμο, ουδέ υφηγήσομαι ξυμβουλιήν τοιήνδε».

Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε το εξής παράδοξο. Ενώ η αυτοκτονία θεωρείτο τραγικός θάνατος, ωστόσο διόρθωνε σφάλματα που διατάραζαν κοινωνικούς κανόνες. Στην αρχαία Ελλάδα και μάλιστα στη Σπάρτη η ευγονική ευθανασία ήταν θεσμός του κράτους. Βρέφη τα οποία έφεραν δυσμορφίες και ανεπάρκειες, τα έριχναν στον Καιάδα για νά απαλλάξουν την κοινωνία από παράσιτα και για νά ευεργετήσουν και τα ίδια. Η ευθανασία δεν είχε τη σημερινή, απαγορευτική έννοια.

Το «καλώς θανείν» ήταν μια καθημερινή πραγματικότητα που γλίτωνε τους ανθρώπους από βαριά βάσανα και ο γιατρός ήταν ένα λογικά σκεπτόμενο άτομο που θα οδηγούσε τον ασθενή του σε έναν «καλό» θάνατο». Σε διάφορα τμήματα της αρχαίας Ελλάδας η πρακτική ενός «καλού» θανάτου ήταν εντελώς αποδεκτή είτε λόγω γηρατειών, είτε για οικονομία τροφής. Στις περιπτώσεις αυτές βέβαια ανακύπτει η σύνδεση ευθανασίας και αυτοκτονίας και τίθενται άλλα ζητήματα.

Τί γίνεται σήμερα στον κόσμο όσον αφορά το ζήτημα αυτό;

Στη Μεγάλη Βρετανία η ευθανασία θεωρείται νομικά «υποβοηθούμενη αυτοκτονία» και τιμωρείται με 14 χρόνια φυλάκιση. Στην Ολλανδία η ευθανασία νομιμοποιήθηκε το 2002 προκαλώντας παγκόσμιες αντιδράσεις, ενώ το Βέλγιο ακολούθησε λίγο αργότερα την ίδια νομοθετική ρύθμιση και μάλιστα χωρίς ηλικιακά όρια. Στις ΗΠΑ η υποβοηθούμενη αυτοκτονία επίσημα απαγορεύεται, αλλά μεμονωμένα στο Όρεγκον και στο Τέξας δεν είναι παράνομη. Στον Καναδά επίσης απαγορεύεται η ευθανασία (και καταδικάζεται κι εκεί με 14 χρόνια φυλάκιση), αλλά ένας ασθενής που πάσχει από ανίατη ασθένεια έχει το δικαίωμα να ζητήσει να διακοπεί η θεραπεία του. Στην Ιαπωνία η ευθανασία επιτρέπεται νομικά από το 1962, πάντα όμως με την προϋπόθεση ότι ο ασθενής υποφέρει αποδεδειγμένα από αβάσταχτους πόνους και πάντα όταν συντελείται με «ηθικό τρόπο».

Στην Ελλάδα του σήμερα ο Ποινικός Κώδικας ορίζει ότι όποιος αποφασίζει και εκτελεί ανθρωποκτονία ύστερα από απαίτηση του θύματος και κατόπιν οίκτου λόγω ανίατης ασθένειας, τιμωρείται με φυλάκιση.

Το ζήτημα όμως παίρνει ιατρικές, νομικές, κοινωνικές, θεολογικές, φιλοσοφικές διαστάσεις.

Πότε γνωρίζουμε επακριβώς ότι μια ανίατη ασθένεια είναι όντως ανίατη κι ότι δε θα υπάρξει ξαφνικά θεραπεία με την πάροδο του χρόνου και την εξέλιξη της ιατρικής επιστήμης; Πόσο αξιόπιστη είναι η επιθυμία ενός ασθενούς, ότι επιθυμεί να τερματιστεί η επώδυνη ζωή του, όταν η κρίση του επηρεάζεται από σφοδρούς πόνους και οι ψυχικές του αντοχές είναι μηδαμινές; Έχουν υπάρξει περιπτώσεις όπου ασθενείς με βαριές ασθένειες υπεβλήθησαν σε αντικαταθλιπτική αγωγή και άλλαξαν τη στάση τους απέναντι στην επιθυμία τους για τερματισμό της θεραπείας τους.

Είναι η ευθανασία πράξη «αυτοδιάθεσης» και απόφαση μιας ελεύθερης βούλησης;

Η ορθόδοξη παράδοση αντιτίθεται, φυσικά, σθεναρά στην όποια απόφαση για τερματισμό της ζωής ενός ασθενούς και δεν αναγνωρίζει προϋποθέσεις και κριτήρια.

Η ζωή είναι το υπέρτατο δώρο που έχει δοθεί από το Θεό και μόνο Εκείνος αποφασίζει για αυτήν. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να παρεμβαίνει  στη μοίρα ενός αγαθού (όπως η ζωή) που ο ίδιος δεν προσδιόρισε. «Το λεγόμενο «δικαίωμα στον θάνατο», πού αποτελεί την νομική κατοχύρωση της ευθανασίας, θα μπορούσε νά εξελιχθεί σε απειλή της ζωής των ασθενών πού αδυνατούν νά ανταποκριθούν οικονομικά στις απαιτήσεις θεραπείας και νοσηλείας τους.» (Ιερά Σύνοδος)

Το ζήτημα είναι πολύπλοκο και γίνεται ολοένα και πιο πολύπλοκο όταν φτάνει στη δική μας αυλή και μας χτυπάει την πόρτα.

Μπορείς εσύ να ορίσεις τα όρια εκείνα που θέτουν σε ισχύ την έννοια «με αξιοπρέπεια» σε έναν τερματισμό μιας ανθρώπινης ζωής; Μπορείς εσύ να διαχειριστείς συνειδησιακά το «δικαίωμα στο θάνατο» μιας άλλης ανθρώπινης ζωής;

Με άλλα λόγια, εσύ τι θα έκανες;

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.