Ένας από τους ευφυέστερους ανθρώπους που απασχόλησε τη δικαιοσύνη της Αμερικής ήταν ο Κάρυλ Τσέσμαν.

Εγκληματίας, αλλά όχι ένας τυχαίος. Πολέμησε για τη ζωή του όσο κανένας άλλος. Εννιά φορές κάθισε στην ηλεκτρική καρέκλα, με τις οκτώ πρώτες να σώζεται τελευταία στιγμή. Περιμένοντας κάθε φορά στον προθάλαμο του θανάτου έγινε άριστος νομικός. Μελέτησε πάνω από δύο χιλιάδες τόμους νομικά βιβλία, με αποτέλεσμα να συντάξει για την υπόθεσή του ενστάσεις, υπομνήματα και άλλα νομικά έγγραφα που αντιστοιχούσαν σε περισσότερες από 450.000 λέξεις.

Σκοπός του κάθε φορά που βρισκόταν σε προστάδιο του θανάτου, ως δικηγόρος του εαυτού του, να αποδείξει ότι η καταδίκη του είχε γίνει παράνομα ή άδικα. Εάν το κατάφερνε αυτό, το να ματαιωθεί η εκτέλεση της θανατικής του ποινής,  θα έβρισκε τρόπο να αποδείξει ότι  για τους συγκεκριμένους φόνους εκείνος ήταν αθώος. Ξόδεψε περίπου τρεις χιλιάδες ώρες για τη σύνταξη των απαιτούμενων εγγράφων και αντίστοιχες ώρες μελετώντας το φάκελό του, έστω κι αν κάποιες φορές απέμεναν λίγες μόνο ώρες από τη μεταφορά του στο δωμάτιο εκτελέσεων.

Ο φάκελος του Τσέσμαν ήταν από τους ογκωδέστερους στην πολιτεία της Καλιφόρνια. Πλήθος εγκλημάτων, δραπετεύσεις και πιστολίδια με αίμα προέβλεπαν φυλακίσεις που έφταναν το ένα εκατομμύριο έτη. Τον Ιανουάριο του 1948 ο Τσέσμαν συλλαμβάνεται εκ νέου για υπόθεση δολοφονιών και μετά από δίκη καταδικάζεται σε θάνατο με εισπνοή αερίων. Τότε είναι που αποφασίζει να δώσει μάχη για τη ζωή του.

Ισχυριζόταν ότι δεν είναι ο «ληστής με το κόκκινο φως». Είναι όμως μόνος του κι έχει απέναντί του μια οργανωμένη πολιτεία. Ζητά να μάθει τα δικαιώματά του ως θανατοποινίτης και ζητά να του φέρουν νομικά βιβλία και το φάκελό του. Μελετά νυχθημερόν και βρίσκοντας ατέλειες και σκοτεινά σημεία στην εκδίκαση της υποθέσεώς του, υποβάλει αιτήσεις αναθεωρήσεως της δίκης. Παραμένει στο κελί 2455 όσο κανένας θανατοποινίτης μέχρι τότε και θα παραμείνει περισσότερο, καθώς τις φορές που έφτανε μέχρι το θάλαμο αερίων, την ύστατη στιγμή, μια αναστολή θα τον οδηγούσε πίσω στο κελί του.

Η υπόθεση Τσέσμαν αρχίζει να διχάζει την κοινωνία της Καλιφόρνια. Τα επιχειρήματα του έχουν βάση, επομένως ο συγκεκριμένος θανατοποινίτης πρέπει να ακουστεί. Στο χορό των αντιδράσεων μπαίνουν εφημερίδες, επιστήμονες και διανοούμενοι και συνηγορούν υπέρ αυτού. Ακολουθεί νέα βόμβα για την κοινωνία της Καλιφόρνια. Περιμένοντας το θάνατό του, γράφει ένα βιβλίο με το οποίο επιτίθεται σε ολόκληρη την Αμερική. Το βιβλίο του «Το κελί 2455» γίνεται best seller και μεταφράζεται στις περισσότερες γλώσσες του κόσμου. Ακόμη και οι πιο έντιμοι αυτού του κόσμου, άνθρωποι με κύρος και επιρροή, δεν υποστηρίζουν μεν ότι ο Τσέσμαν είναι αθώος, ζητούν όμως να του δοθεί το δικαίωμα να αποδείξει την αθωότητά του. Δεν γίνεται δεκτό, όμως η ζωή του Τσέσμαν παρατείνεται. Και μέσα από τη φυλακή ακολουθεί η έκδοση άλλων τριών βιβλίων, τα οποία γίνονται κι αυτά ανάρπαστα. Σε αυτά κηρύττει την κατάργηση της θανατικής ποινής, χωρίς ωστόσο να παραμελεί και το νομικό του αγώνα για αναθεώρηση της δίκης του.

Τα βιβλία του αποδίδουν πολλά χρήματα. Προσλαμβάνει ιδιωτικούς ντετέκτιβ για εξεύρεση και άλλων στοιχείων αλλά επιθυμεί να προσλάβει και δικηγόρους. Η κορυφή της νομικής, ο πιο μεγάλος ποινικολόγος των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Τζορτζ Ντάβις, ελληνικής καταγωγής, τάσσεται στο πλευρό του, όπως επίσης και η νεαρή δικηγόρος Ροζαλία Άσερ. Στις 16 Ιουλίου 1956 θα διεξάγονταν μία από τις δυσκολότερες μάχες στην ιστορία της αμερικανικής ποινικής δικαιοσύνης, μετά από τον επταετή αγώνα του Τσέσμαν εναντίον του θαλάμου αερίων. Τα αιτήματα απορρίπτονται, ο Τσέσμαν όμως αποκτά το πλεονέκτημα μιας νέας έφεσης. Τα χρόνια περνούν, η Πολιτεία συνεχίζει να αδιαφορεί, οι γονείς του πεθαίνουν από τον καημό τους και ο Τσέσμαν, ενώ γνωρίζει τον πραγματικό δολοφόνο για τον οποίον εκείνος καταδικάστηκε, αρνείται ακόμη να τον ονοματίσει φοβούμενος για τη ζωή της κόρης του.

     Στις 2 Μαϊου του 1960 πραγματοποιείται η ένατη και τελευταία συνάντηση του Τσέσμαν με την ηλεκτρική καρέκλα, σαν αποτέλεσμα της απόφασης του 1958. Δώδεκα χρόνια αγώνα και νομικής πάλης ενάντια στη θανατική ποινή θα κλείσουν το Μάη του 1960 με την εισπνοή υδροκυανίου. Ακόμη κι εκείνη τη στιγμή η Ροζαλί Άσερ και ο Ντάβις πάλευαν να αποσπάσουν αναστολή, αλλά δεν τα κατάφεραν. Ο φάκελος έκλεισε και η Καλιφόρνια επέστρεψε στην καθημερινότητά της.

Ο Τσέσμαν έγινε θρύλος και σύμβολο μαζί ως ο άνθρωπος που αγωνίστηκε με την ευφυία του για τη ζωή του, όσο κανένας άλλος. Η ιστορία της δικαιοσύνης και του εγκλήματος, χωρίς να επαινεί ή κολακεύει τα εγκλήματά του, στέκεται με σεβασμό απέναντι στο μυαλό εκείνου που από θανατοποινίτης έγινε εισαγγελέας και εξαίρετος νομικός.

«Σοφός νομομαθής» από γκάνγκστερ, αγωνίστηκε μέχρι τέλους για την κατάργηση της θανατικής ποινής, που θεωρούσε ότι αποτελεί προσβολή για το ανθρώπινο γένος.



 

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.