Ο εκδοτικός οίκος Penguin Books Limited ιδρύθηκε το 1935 στο Λονδίνο από τον τριαντάρη Λαν. Ο νέος αυτός άνδρας είχε την εξής επιχειρηματική ιδέα. Επειδή εκείνη την εποχή τα βιβλία ήταν πανάκριβα για τον κόσμο, σκέφτηκε να εκδώσει βιβλία σε σχήμα «τσέπης», καθένα από τα οποία δε θα στοίχιζε παραπάνω από ένα πακέτο τσιγάρα. Έτσι το βιβλίο θα γινόταν προσιτό σε όλους. Ρομάvτζα και αστυνομικά στην αρχή, πιλοτικά, έδωσαν τη θέση τους σε έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας αλλά και σε βιβλία για την τέχνη και την επιστήμη. Το εγχείρημά του στέφθηκε με επιτυχία. Μέχρι το 1960 ο εκδοτικός οίκος κυκλοφόρησε και πούλησε 250 εκατομμύρια τόμους.

Το 1960 η διεύθυνση του Penguin αποφάσισε να εκδώσει ένα παλιό ρομάντζο του D.H. Lawrence, ενός συγγραφέα που είχε πεθάνει προ τριακονταετίας. Το βιβλίο αυτό λεγόταν «Ο εραστής της λαίδης Τσάττερλυ» και ως τότε κανένας εκδοτικός οίκος στη Βρετανία δεν τολμούσε να το εκδώσει ολοκληρωμένο. Ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη επανεκδιδόταν και σίγουρα πολλοί Βρετανοί το είχαν διαβάσει, στην Μ. Βρετανία παρέμενε απλησίαστο από τους εκδοτικούς οίκους, ακριβώς διότι κομμάτια του θα θεωρούνταν ανήθικα και οι εκδότες θα είχαν νομικές κυρώσεις.

Στις 25 Αυγούστου του 1960 κανονίστηκε από τη διεύθυνση του οίκου να εκδοθούν 200.000 αντίτυπα του βιβλίου αυτού, εις γνώσιν του οίκου ότι μια ενδεχόμενη κατάσχεση καραδοκούσε. Τελικά ο προϊστάμενος των δικαστικών διώξεων της Σκότλαντ Γυαρντ αποφάσισε να μηνύσει τον εκδοτικό οίκο. Υποστήριξε ότι το βιβλίο αυτό θα έπρεπε να χαρακτηριστεί «ανήθικο» (με την έννοια που όριζε ο σχετικός νόμος του 1959), επειδή περιείχε ωμές και σκανδαλώδεις περιγραφές σεξουαλικών πράξεων και πολλές αισχρές λέξεις ως λεξιλόγιο.

Η δίκη άρχισε στις 20 Οκτώβρη του 1960. Για πρώτη φορά στη θέση του κατηγορουμένου δεν υπήρχε ένα φυσικό πρόσωπο. Κατηγορούμενος ήταν ένας εκδοτικός οίκος και στο εδώλιο βρισκόταν η Penguin Books Limited. Σύμφωνα με το νόμο του 1959, πρώτα θα έπρεπε να συγκεντρωθούν γνώμες ειδικών, δηλαδή φιλολόγων, επιστημόνων και ανθρώπων της τέχνης και με βάση αυτές να κριθεί αν το βιβλίο είναι ανήθικο. Η μήνυση κατά του εκδοτικού οίκου θορύβησε την αγγλική κοινωνία, μεγάλη μερίδα της οποίας τάχθηκε υπέρ της Penguin, όχι τόσο για το βιβλίο, αλλά κυρίως για το μείζον θέμα της ελευθερίας της σκέψεως και του τύπου.

Η υπεράσπιση πρότεινε περίπου εξήντα διανοούμενους (συγγραφείς, θεολόγους, δημοσιογράφους, κριτικούς και εκδότες), ενώ η κατηγορούσα αρχή κανέναν. Δεν ήταν η μνήμη του Lawrence που ενδιέφερε, ούτε η βρετανική διανόηση. Αυτό που ενδιέφερε ήταν η ελευθερία της έκφρασης, η τύχη της οποίας θα εξαρτιόταν άμεσα από τις συνέπειες αυτής της δικαστικής απόφασης.

Ο μοναδικός μάρτυς κατηγορίας που κλήθηκε να καταθέσει ήταν ο Επιθεωρητής της Αστυνομίας, ο οποίος είχε διαβάσει αρχικά ένα αντίτυπο από το βιβλίο και είχε παραπέμψει την υπόθεση προς δίκη. Και αυτός αλλά και ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής στάθηκαν στα εξής: Το βιβλίο εκφράζει ένα σοβαρό κίνδυνο για την ηθική του λαού, ο οποίος περιμένει από τους ενόρκους να τον σώσει από την «φιλολογούσα πορνεία». Ειπώθηκε και το εξής ευτράπελο. Το βιβλίο αποτελεί έγκλημα εάν επιτραπεί να κυκλοφορήσει σε μια χώρα που θέλει να αποκαλείται πολιτισμένη.

Άκρως αντίθετη η υπερασπιστική γραμμή, έκρυβε μεγάλες εκπλήξεις, κυρίως λόγω της παρουσίας σημαντικών (από άποψη κύρους) μαρτύρων. Πανεπιστημιακοί, καθηγητές κολεγίων, νομικοί, σοκάρουν το δικαστήριο όταν υποστηρίζουν τα εξής: Το βιβλίο ανήκει στα είκοσι καλύτερα έργα της Μ. Βρετανίας κατά την τελευταία τριακονταετία. Δεν είναι αμαρτωλό, αντίθετα είναι ηθικό και πουριτανικό. Περιέχει δε «υψηλήν ηθικήν». Υμνεί το γάμο και δεν επικυρώνει την μοιχεία. Ακολουθεί την καθολική παράδοση και κάθε καθολικός θα πρέπει να επωφεληθεί από την ανάγνωσή του. Ο Lawrence, τέλος, τοποθετήθηκε μεταξύ των μεγαλύτερων ηθικολόγων της αγγλικής φιλολογίας.

Αναπόφευκτο των παραπάνω ήταν η απόφαση των ενόρκων να κηρύξουν την εταιρεία Penguin αθώα. Τη στιγμή εκείνη που αντήχησε η φωνή του προϊσταμένου των ενόρκων τη λέξη «αθώα», η νεκρική σιγή καλύφθηκε από ζωηρά χειροκροτήματα.

Ωστόσο σήμερα που η ελευθερία του τύπου είναι περισσότερο διαδεδομένη από ποτέ, τίθεται το εξής κυνικό ερώτημα. Για ορισμένα συγγράμματα, που κατακρεουργούν την ελληνική γλώσσα, που καταχρηστικά και άδικα θέλουν να περιφέρονται στους λογοτεχνικούς κύκλους βροντοφωνάζοντας ότι ανήκουν σ’ αυτούς (ενώ δεν τους ακουμπούν καν) και που μονοπωλούν εισπρακτικά το κέρδος που θα έπρεπε να έχουν αυθεντικά και πραγματικά λογοτεχνικά διαμάντια, σε μια τέτοια εποχή που ο κάθε ένας δηλώνει «συγγραφέας», για αυτά ακριβώς τα συγγράμματα, η πρακτική τέτοιων δικών δε θα ήταν απαραίτητη για ένα κάποιο ξεκαθάρισμα;

 

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.