Το ποσοστό ηλικιωμένων (άνω των 65) στην Ελλάδα των γερόντων ξεπερνά σήμερα το 19%. Ένας στους πέντε έλληνες δηλαδή. Η προοπτική αυτής της θλιβερής στατιστικής είναι δυσοίωνη. Το 2050 το ποσοστό αυτό θα έχει φτάσει το 45%.

Ανάλογα είναι και τα ποσοστά ασθενειών που αφορούν τις ασθένειες της τρίτης ηλικίας.

Αφορμή για το σημερινό άρθρο στάθηκε και η ταινία Still Alice (2014). Η Julianne Moore γίνεται η Alice η οποία ανακαλύπτει στα 50 της (μετά από διάγνωση) ότι πάσχει από νεανικό Alzheimer’s, την πρώιμη, δηλαδή, μορφή της ασθένειας early-onset Alzheimer's)

Πώς είναι η ζωή χωρίς μνήμη, χωρίς να μπορείς να αυτοεξυπηρετηθείς, χωρίς να ξέρεις που βρίσκεσαι, χωρίς να ξέρεις ποιος είσαι;

Πώς είναι να μην αναγνωρίζεις τους ανθρώπους τριγύρω σου;

Και πριν απ’ όλα τα παραπάνω τελικά στάδια, πώς μπορείς να ενδυναμώσεις ένα μυαλό που αρχίζει πλέον να αποδιοργανώνεται;

«Η Νόσος Alzheimer είναι μια χρόνια νευροεκφυλιστική ασθένεια του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος, που χαρακτηρίζεται στην ήπια μορφή της από σταδιακή απώλεια της μνήμης και περιορισμό των υπόλοιπων νοητικών λειτουργιών του εγκεφάλου. Είναι μια νόσος της «τρίτης ηλικίας», παρόλο που σποραδικά συναντώνται  περιστατικά και σε μικρότερες των 65 ετών ηλικίες.» (Ελληνική Εταιρεία Νόσου Alzheimer Και Συγγενών Διαταραχών)

Ουσιαστικά το Alzheimer’s είναι μια μορφή άνοιας, μια προοδευτική εξασθένιση (εκφύλιση) της δομής του εγκεφάλου που οδηγεί στην σταδιακή αποδυνάμωση των πνευματικών λειτουργιών, της διαδικασίας μάθησης, της μνήμης, της κρίσης και της επικοινωνίας.

150.000 με 200.000 ασθενείς στην Ελλάδα (με πρόβλεψη για 500.000 το 2050), έξι εκατομμύρια στην Ευρώπη και 26 εκατομμύρια παγκοσμίως είναι οι αριθμοί που αφορούν τη νόσο αυτό το χρόνο. Αυτό φυσικά , πέρα από οποιαδήποτε κοινωνική και ανθρωπιστική διάσταση, αντιστοιχεί σε τεράστιες δαπάνες ετησίως για την αντιμετώπιση που αφορά απλά την επιβράδυνση της εμφάνισης των συμπτωμάτων.

Πρώτα στάδια είναι η απώλεια μνήμης σχετικά με πρόσφατα γεγονότα, η αδυναμία εώς ανικανότητα καθημερινών μαθηματικών υπολογισμών καθώς και η αδυναμία αυτοσυντήρησης, δηλαδή η αδυναμία εκτέλεσης καθημερινών δραστηριοτήτων (τηλεφωνήματα, μαγειρική, οδήγηση, κοινωνικές επαφές, διαδικασία ντυσίματος, μπάνιο και φαγητό).

Ακολουθούν γλωσσολογικά προβλήματα, προβλήματα γραφής και ανάγνωσης, μειωμένη κρίση,αποπροσανατολισμός (χάσιμο τόπου και χρόνου), αλλαγές στη συμπεριφορά και το χαρακτήρα.

Τελευταία στάδια της ανίατης αυτής νόσου είναι η παντελής αδυναμία μάσησης της τροφής, η έλλειψη ισορροπίας, η ακράττεια ούρων και η καθήλωση σε αναπηρικό καροτσάκι ή στο κρεβάτι.

Πώς αλλάζει άραγε ο ψυχισμός των ανθρώπων όταν μπαίνουν στη δίνη αυτής της νόσου; Αυτό δεν θα μπορέσουμε ποτέ να το διαπιστώσουμε, κυρίως να το αισθανθούμε εφόσον δεν έχουμε βρεθεί σε αυτή τη θέση.

Αυτό ακριβώς προσπαθεί να μας εισάγει στο μυαλό η ταινία που αναφέρθηκε στην αρχή, ένα πιθανό, δηλαδή, δείγμα αυτού του ψυχισμού, από την πλευρά του πάσχοντα. Κι αυτό σε μια πρώτη φάση.

Το μόνο για το οποίο μπορούμε με κάποια σιγουριά να μιλήσουμε είναι ο ψυχισμός των ανθρώπων που βιώνουν τη σόσο ως φροντιστές, ως μέλη της ιδίας οικογένειας με τον πάσχοντα.    

Αυτό που βλέπει, ως πρώτη εικόνα, ο φροντιστής του πάσχοντα είναι ο ίδιος άνθρωπος, ο άνθρωπος που γνώρισε ή πάντα ήξερε. Ο άνθρωπος που τον μεγάλωσε ή ο άνθρωπος με τον οποίο μεγάλωσε ή έζησε μια ζωή.

Αυτό όμως που διαπιστώνει έκαστος από την ώρα που θα αρχίσει ο ασθενής να μιλά ή να φέρεται είναι ότι το μόνο που έχει απομείνει από τον παλιό άνθρωπο είναι κάτι σαν την ηχώ του.

Η ίδια εικόνα μα ένας άλλος άνθρωπος.

Ένας άνθρωπος χωρίς μνήμη με λειτουργικές αδυναμίες ως προς την καθημερινότητά του. Ένας άνθρωπος που χρειάζεται την αγάπη που χρειάζεται ένα άρρωστο παιδί που ξαφνικά δεν έχει παρελθόν και αυτονομία.

 Όλα τα παραπάνω είναι ο λόγος που μεγάλο ποσοστό φροντιστών-οικογενειών ασθενών δυσανασχετούν ή αδυνατούν να φροντίσουν τον πάσχοντα. Και αυτός είναι ο λόγος που το μήνυμα στην αρχή της ταινίας είναι ένα «καλύτερα να είχα καρκίνο, οι καρκινοπαθείς αισθάνονται μεγάλη αποδοχή από τα μέλη της κοινότητας/κοινωνίας, ενώ όλοι κρατούν απόσταση από πνευματικά ασταθείς».

Τα πάντα είναι θέμα οπτικής και συναισθηματικής νοημοσύνης, με την όποια ενσυναίσθηση μπορεί κανείς να αναπτύξει για μια τέτοια κατάσταση.

Η Rebecca Emily Darling είναι συγγραφέας και καλλιτέχνης και ζει στο L.A. Η μητέρα της διαγνώστηκε με Alzheimer πριν από τρία χρόνια κι έκτοτε παθιάστηκε με το να εμψυχώνει άλλους ενήλικες που ζουν με άτομα που πάσχουν από άνοια, ιδιαίτερα από Alzheimer’s. Στο ημερολόγιο που κράτησε τα τρία αυτά χρόνια υπάρχει μια άλλη οπτική της κατάστασης, εκείνη που θέλει μεγαλείο ψυχής για να την αποφασίσεις και που οποιαδήποτε μετάφραση θα μείωνε τη θαυμαστή αίγλη από το μεγαλείο αυτό.

«If I have learned one thing from my mother's disease, it is that the heart has no limit to what it can feel. There is always a deeper love, and always a truer pain. And when I see my mother's eyes light up at the sight of a simple flower or a chocolate chip cookie, I know that there is always a purer joy as well.»

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.