Ο Μανώλης Χιώτης γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου του 1920 στη Θεσσαλονίκη από εύπορη ναυπλιώτικη οικογένεια και ως μαθητής πήρε τα πρώτα του μαθήματα σε κιθάρα, μπουζούκι και ούτι από γνωστό μουσικοδιδάσκαλο της εποχής.

Το 1936 κατέβηκε στην Αθήνα και την ίδια χρονιά, στα 16 του, με τη βοήθεια του Στράτου Παγιουμτζή ο οποίος αναγνώρισε το ταλέντο του, υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο με την Columbia.

Δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, τεχνίτης στο τετράχορδο διπλό μπουζούκι (είτε το εισήγαγε στη μουσική, είτε το επέβαλε), ήρθε σε ρήξη με τους ρεμπέτες της εποχής (μα δικαιώθηκε αργότερα).  Αρχοντική φυσιογνωμία στις αθηναϊκές πίστες, καινοτόμος στο «ηλεκτρικό» μπουζούκι, εισήγαγε με latin και swing ρυθμούς το μπουζούκι στα μεγαλύτερα αριστοκρατικά σαλόνια. Ταυτόχρονα, απογείωσε τον Θεοδωράκη, ενορχήστρωσε απίστευτα Ρίτσο με τις φωνές του Καζαντζίδη, του Μπιθικώτση και της Μαρινέλλας και συνεργαζόμενος με τον Χατζηδάκι (σολίστας του για καιρό) κατάφερε να παντρέψει αρμονικά τον λαϊκό ήχο με τους «λόγιους συνθέτες», ανοίγοντας το δρόμο για αυτό που σήμερα ονομάζουμε έντεχνο.

Η Μαρία Δημητροπούλου, του Αλέξανδρου και της Βασιλικής, γεννήθηκε στον Πύργο από πολύτεκνη φτωχή οικογένεια και σε ηλικία 7 ετών έφτασε στην Αθήνα με τα 16 της αδέλφια.

Όνειρό της μια εμφάνιση στο κέντρο Αλκαζάρ, στο οποίο κάθε Σάββατο ο Λάσκος δοκίμαζε νέα ταλέντα. Αυτή ήταν και η αρχή. Ο κόσμος καταχειροκρότησε, ο Λάσκος ενθουσιάστηκε, το επίθετο από Δημητροπούλου έγινε Λίντα και η διπλή ζωή, το πρωί σχολείο, το βράδυ ξενύχτι και μεροκάματο, μόλις είχε αρχίσει.

Στα 11 της γνώρισε τον άνδρα της ζωής της, Μανώλη Χιώτη και σε πρώτη φάση μια επαγγελματική συνεργασία ξεκίνησε.

Εκείνη τον ερωτεύτηκε, ακόμη και σήμερα ομολογεί ότι όταν τον πρωτοείδε ήταν πανέμορφος με υπέροχα μάτια. Εκείνος αρχικά την έβλεπε σα μαθήτρια. Ο Χιώτης παντρεύτηκε λίγο αργότερα, το 1954 και απέκτησε δύο παιδιά, κάνοντας τη Μαίρη να υποφέρει από τρελό έρωτα. Άλλωστε η νεαρότατη ηλικία της δεν άφηνε κανένα περιθώριο για ύπαρξη ειδυλλίου.

Ωστόσο, κάποια χρόνια πέρασαν, ο Χιώτης χώρισε κι έτσι το όνειρό της έγινε πραγματικότητα.

«Μόλις φτάσεις σε ύψος τον ώμο μου θα σε παντρευτώ» της έλεγε χαριτολογώντας μέχρι που αυτή η υπόσχεση μετατράπηκε σε έναν παραμυθένιο γάμο τον Απρίλη του 1959. Επαγγελματικά και οι δύο βρίσκονταν στο κορυφαίο σημείο της δόξας τους, δουλεύοντας ασταμάτητα. Μάλιστα, το 1961 η Μαίρη Λίντα αναγορεύτηκε καλύτερη τραγουδίστρια της χρονιάς κερδίζοντας το βραβείο στο Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού, συνεργαζόμενη με το Μίκη Θεοδωράκη.

Λίγα χρόνια αργότερα βρίσκονται στην Αμερική συνεχίζοντας να δουλεύουν ακατάπαυστα. Μόνο που ο παραμυθένιος έρωτας δεν έχει πλέον την αρχική του δύναμη. Ίσως το πολυπόθητο παιδί που δεν ήλθε (λόγω φόρτου εργασίας), ίσως η ζήλεια που γεννούν τα φώτα της νύχτας κι αυτός γάμος έληξε ξαφνικά, «για το τίποτα» όπως παραδέχτηκε και η ίδια σε συνέντευξή της. Τον Απρίλη του 1967 η λήξη αυτή σφραγίστηκε με την επιστροφή της Μαίρης στην Ελλάδα.

Ο χωρισμός τους υπήρξε καταλυτικός και χτύπημα μεγάλο και για τους δύο. Αυτό είχαν να το λένε όλοι όσοι τον βίωσαν ως τρίτοι. Και οι δύο υπέφεραν μα κανείς δεν έκανε βήμα επανασύνδεσης. Αντίθετα και οι δύο προχώρησαν σε άλλους γάμους. Ο Χιώτης παντρεύτηκε την τρίτη του γυναίκα και η Λίντα έκανε άλλους δύο ακόμη γάμους.

Κανένας επόμενος γάμος δε θα μπορούσε να συγκριθεί με τον πρώτο της, ούτε υπήρξε κανένας έρωτας μεγάλος μετά τον Χιώτη, απλά και μόνο ένα παιδί, ανέφερε σε συνέντευξή της αργότερα.

Ο πόνος του χωρισμού ήταν ιδιαίτερα οξύς και για τον Χιώτη. Δεν ήταν τυχαίο ότι η ζωή του μετά από αυτόν δεν είχε ιδιαίτερο νόημα. Κι αυτό το «μη ιδιαίτερο νόημα» σφραγίστηκε από τον καρκίνο που τον οδήγησε στο τέλος.

«Εαν δεν είχαμε χωρίσει, θα ζούσε περισσότερο» μονολόγησε πρόσφατα η Μαίρη Λίντα.

Στις 21 Μαρτίου του 1970, στα 50 του χρόνια, την ίδια ακριβώς ημερομηνία την οποία γεννήθηκε, την ίδια αυτή ημέρα έπεσε η αυλαία για το ναυπλιώτικο μπουζούκι της Αθήνας, για τον «μάγκα που φόρεσε κολόνια στα τραγούδια», για τον «καλύτερο κιθαρίστα στον κόσμο» κατά τον Jimi Hendrix. Μα, κυρίως για έναν μεγάλο έρωτα.

Γιατί υπάρχουν κι εκείνοι οι έρωτες που δεν τελειώνουν μ’ ένα διαζύγιο, αλλά είναι παντοτινοί.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.