Παίρνεις το δρόμο για το αεροδρόμιο. Ταξιδεύεις τόσο σπάνια, δυστυχώς, που θεώρησες ότι αξίζει τον κόπο να πας έτσι από το να ταλαιπωρηθείς 10 με 12 ώρες με το πλοίο. Άλλωστε με μια καλή προσφορά πετυχαίνεις την ίδια, σχεδόν, τιμή. Οι δύο ώρες νωρίτερα που σου ζητά το αεροδρόμιο σημαίνει στήσιμο σε ουρές και αναμονές. Μα δε σε νοιάζει, γιατί είσαι μέσα στη χαρά του επερχόμενου ταξιδιού. Φτάνεις στο τελικό στάδιο, στην παράδοση των αποσκευών. Ευτυχώς ζυγίζονται μόνο οι ορατές βαλίτσες. Τις οποίες, φυσικά και ακριβοπληρώνεις. Μία βαλιτσούλα με τα εντελώς απαραίτητα (για γυναίκα, πάντα. έχει διαφορά το φύλο...) στοιχίζει όσο το μισό εισιτήριο του ενήλικα. Χαλάλι όλα.

Μετά την απογείωση, σε 30-35 λεπτά έχεις φτάσει Χανιά. Μέχρι να ξαναθυμηθείς πως μπαίνει το σωσίβιο ή η μάσκα οξυγόνου και μέχρι να φας δύο καραμελίτσες κι ένα μίνι σακουλάκι κρακεράκια μαζί με το χυμό σου, θα ακούσεις το χειροκρότημα των επιβατών όταν οι ρόδες του αεροπλάνου θα ξανακουμπήσουν έδαφος. Κατά την παραλαβή των περιβόητων αποσκευών συνειδητοποιείς ότι δεν σου δίνουν καν εκείνες τις άλλες αποσκευές, τις αόρατες, τις δωρεάν, εκείνες με τις οποίες πήγες αρχικά στο αθηναϊκό αεροδρόμιο. Το μάτσο από προβλήματα, στεναχώριες, μοναξιές, καημούς και λογαριασμούς που είχες στην Αθήνα. Στις κρατάνε, λέει, διότι στα Χανιά απαγορεύονται όλα τα παραπάνω. Δεν τα χρειάζεσαι, τα ξεχνάς, δεν υπάρχουν!

Σε παραλαμβάνουν οι αγαπημένοι σου φίλοι από το αεροδρόμιο. Η καρδιά έχει ευφρανθεί από την αγάπη που ξανασυναντάς στα μάτια τους. Το πρώτο γέλιο το έχεις ήδη ρίξει πιο πριν καθώς χαζεύεις τις καρτέλες που κρατάνε κάποιοι σε άλλες γλώσσες, περιμένοντας κάποιους άλλους που δεν έχουν ξαναδεί. Σε παλιές ελληνικές ταινίες το είχες ξαναδεί αυτό. Φεύγοντας από το αεροδρόμιο, στη διαδρομή από αυτό προς την πόλη των Χανίων βλέπεις το λιμάνι της Σούδας, τα Λευκά Όρη, τους τάφους των Βενιζέλων. Ο Φάρος δεσπόζει κυριολεκτικά στο λιμάνι και νομίζεις πως καμαρώνει ως το σήμα κατατεθέν των Χανίων.

Στην Πόλη προλαβαίνεις να χαζέψεις την Αγορά, την Παλαιά Πόλη και τα Στιβανάδικα, τα Μαχαιράδικα και τα ενετικά κτίρια. Λίγα πράματα απ’ αυτά, ό,τι προλαβαίνεις να δεις από το τζάμι ενός αυτοκινήτου που λόγω κίνησης και πολυκοσμίας πηγαίνει αργά. Επόμενη στάση μια ψησταριά στη Χαλέπα. «Κάτι να τσιμπήσουμε γα βράδυ» σου λένε. Το «βάπτισμα» στην πολυφαγία που θα ακολουθήσει γίνεται με σουβλάκια στα οποία ο γύρος συνοδεύεται από γιαούρτι κι όχι τζατζίκι. Το τσίμπημα εδώ στα Χανιά σημαίνει ένας μικρός σκασμός. Η απέραντη προσφερόμενη αγάπη σε αυτό τον τόπο δεν αρκεί να γεμίσει την ψυχή σου, πρέπει και το στομάχι να είναι διαρκώς φουλαρισμένο.

Ακολουθούν μέρες ήσυχες, ξέγνοιαστες, απο 41 χρόνων μουλάρα γίνεσαι 15. Τότε που η φιλοξενία σήμαινε βασιλικό κοπροσκύλιασμα της αυτής μεγαλειότητας της Δούκισσας της Οξφόρδης στα διαμερίσματά της. Δε σ’ αφήνουν ούτε ένα πιάτο να σηκώσεις. Ούτε ψωμί να κόψεις. Πρέπει να παραφυλάξεις ωσάν κατάσκοπος και να τρέξεις στο νεροχύτη τη στιγμή που θα χτυπήσει κάποιο τηλέφωνο ή που θα κάνουν οι οικοδεσπότες μπάνιο, μπας και πλύνεις έστω το ποτήρι σου. Να βρέξεις λίγο τα χέρια σου, να ξεμουδιάσουν τα δάχτυλα που μόνο σελίδες αλλάζουν και πιρούνια κρατάνε. Να δοκιμάσεις το μανικιούρ, ρε αδελφέ, να δεις εάν έγινε καλό! «Εδώ ήρθες να ξεκουραστείς» σου λένε!

Η αγάπη που εισπράττεις κατά την κρητική (από άλλο πλανήτη) φιλοξενία δεν προέρχεται μόνο από τους ίδιους τους φίλους αλλά και από τι οικογένειες τους. Το είδαμε ποτέ αυτό στη βρωμο-πρωτεύουσα; Μπα.

Κι όσο μαγεύεσαι από τον πολιτισμό τους εδώ, τόσο θες να μάθεις ήθη κι έθιμα. Αν δεν είσαι τυχερός να παρευρεθείς σε γάμο ή βαφτίσια, σε κάποιο πανηγύρι ή σε κάποια γιορτή, τότε θα αρκεστείς από προφορικές περιγραφές σχετικά με προεόρτια-μεθεόρτια και ολόκληρα τελετουργικά με παραδοσιακές στολές και φορεσιές και για τα δύο φύλα, συνοδείες με όργανα και μουσικές, κεράσματα με χειροποίητα γλυκά, όπως ξεροτήγανα και κρητικές κουλούρες.

Ο ύπνος είναι ελαφρύς και σε πιάνει. Από τις 5 τα ξημερώματα αρχίζεις να ψάχνεσαι για το τι ώρα είναι. Έχεις ήδη χορτάσει ύπνο. Και φαγητό. Πολύ φαγητό. Από πρωίας. Ένα στομάχι διαρκώς μουδιασμένο. Σα να μην υπάρχει αύριο. Φαγητό και ανάπαυλα. Καθισιό και περιφορά των βασιλικών οπισθίων από καρέκλα σε καρέκλα κι από καναπέ σε καναπέ. Τα αρχικά ενοχικά σύνδρομα (ποια είμαι εγώ να αξίζω τόση φροντίδα-αγάπη;) σιγά-σιγά εγκαταλείπουν και τη θέση τους παίρνει μια γλυκιά νιρβάνα, εκείνη που σφραγίζεται όταν από την υπέροχη βεράντα βλέπεις πιάτο όλα τα Χανιά. 

Η χανιώτικη φιλοξενία, είτε είναι μία ρακή στο πόδι, είτε είναι ένα πλουσιοπάροχο γέυμα, ακόμη κι από το πιο φτωχικό σπίτι, θα σε εκπλήξει στο μέγιστο. Δε θα πλέξω εγκώμια και διθυράμβους, είναι γεμάτο το ίντερνετ και τα χιλιάδες στόματα και μάτια που τα επισκέπτονται κάθε χρόνο από αυτά. Απλά θα αντιγράψω την κουβέντα του δήμαρχου Χανίων από τη σελίδα του Δήμου. «Τα Χανιά είναι πραγματικά προικισμένα από τη φύση, το Θεό και τους προγόνους μας»

ΥΓ: Το κείμενο είναι αφιερωμένο στους αγαπημένους μου φίλους Παρασκευά και Κατερίνα.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.