Οι χειρότερες πράξεις μας δε μας καθορίζουν. Δεν είμαστε κλέφτες επειδή κλέψαμε κάποια φορά. Δεν είμαστε παλιάνθρωποι επειδή κάποτε φερθήκαμε άσχημα σε κάποιον. Δε μας χαρακτηρίζουν τα λάθη μας.

Αντίθετα συμβαίνει το εξής παράδοξο. Υπάρχουν άνθρωποι που ακόμη δεν έχουν εκδηλώσει παραβατική συμπεριφορά, όμως μέσα τους κυοφορούν μια μαύρη ψυχή. Ή αλλιώς τη σάπια πλευρά της κοινωνίας που αδημονεί να «γεννηθεί». Δεν είναι εκπληκτικό;

Ο Σάκα Σένγκορ ήταν διακινητής ναρκωτικών στο Ντιτρόιτ. Σε ηλικία 19 ετών πυροβόλησε με το ημιαυτόματό του και σκότωσε έναν άντρα που εμφανίστηκε στην εξώπορτά του. Οδηγήθηκε στη φυλακή γεμάτος οργή και απόγνωση.

Καταδικάστηκε σε φόνο δεύτερου βαθμού. Αυτό θα μπορούσε να είναι το τέλος της ιστορίας του. Αντ’ αυτού μία καινούρια ιστορία ξεκίνησε. Τα χρόνια που ακολούθησαν όχι μόνο κατεύνασαν αυτή την οργή, μα και τον οδήγησαν στη μετάνοια, την εξιλέωση και τη συναίσθηση μέσω ενός και μοναδικού δρόμου. Εκείνου της λογοτεχνίας.

Με την αποφυλάκισή του στα 38 του, εξέδωσε το «Live in Peace» (Ζήσε εν ειρήνη) με το οποίο συμβούλευε τους έφηβους του Ντιτρόιτ που είχαν ήδη αρχίσει να παίρνουν τον άσχημο δρόμο που και ο ίδιος είχε επιλέξει. Λογοτεχνικά είχε προηγηθεί η ανακάλυψη της «Αυτοβιογραφία του Μάλκομ Εξ», αλλά και η συγγραφή της δικής του. Το ακτιβιστικό του αυτό έργο άγγιξε το MIT Media Lab, το οποίο του πρότεινε συνεργασία, έτσι ώστε να βρεθούν λύσεις στην ανακούφιση καταβεβλημένων (ψυχολογικά) κοινοτήτων. Το έργο του «Writing my wrongs» (Γράφοντας τα Λάθη μου) εκδόθηκε το 2013.

Η ιστορία του είναι μια εκπληκτική ιστορία αποδοχής. Όπως περιγράφει ο ίδιος, μικρός ήταν ένας έξοχος μαθητής. Έπαιρνε υποτροφίες και ονειρευόταν να γίνει γιατρός. Το σημείο κατά το οποίο ανατράπηκαν όλα ήταν η διάσταση των γονιών του και το συνεπακόλουθο διαζύγιό τους. Η κάτω βόλτα είχε ήδη αρχίσει. Στα 17 του τον πυροβόλησαν τρεις φορές στη γειτονιά του, στο Ντιτρόιτ. Ο φίλος του τον πήγε στο νοσοκομείο, οι γιατροί του αφαίρεσαν τις σφαίρες και τον έστειλαν πίσω στη γειτονιά στην οποία συνέβη ότι συνέβη.

«Κατά τη διάρκεια αυτού του μαρτυρίου, κανείς δε με αγκάλιασε, κανείς δε με συμβούλεψε, κανείς δε μου είπε ότι θα πάνε όλα καλά. Κανείς δε μου είπε ότι θα ζούσα μέσα στο φόβο, ότι θα γινόμουν παρανοϊκός, ούτε ότι θα αντιδρούσα τόσο βίαια μετά τον πυροβολισμό μου. Κανείς δε μου είπε ότι μια μέρα θα ήμουν το άτομο πίσω από τη σκανδάλη. Δεκατέσσερις μήνες μετά, στις δύο τα ξημερώματα, έριξα εγώ τους πυροβολισμούς που προκάλεσαν το θάνατο ενός ανθρώπου.

Όταν μπήκα στην φυλακή ήμουν πικραμένος, θυμωμένος, πληγωμένος. Δεν ήθελα να αναλάβω την ευθύνη, έριχνα το φταίξιμο σε άλλους, από τους γονείς μου μέχρι και το σύστημα. Εκλογίκευσα την απόφασή μου να πυροβολήσω γιατί στη γειτονιά από την οποία προέρχομαι, καλύτερα να είσαι εκείνος που πυροβολεί, παρά εκείνος που δέχεται τον πυροβολισμό.

Μέσα στο παγωμένο μου κελί ένιωθα αβοήθητος, μισητός, εγκαταλελειμμένος. Ένιωσα ότι κανείς δε νοιαζόταν και αντέδρασα με εχθρότητα στην κράτησή μου. Και βρέθηκα να μπλέκω σε όλο και μεγαλύτερα προβλήματα. Διεύθυνα καταστήματα μαύρης αγοράς, έγινα τοκογλύφος, πουλούσα ναρκωτικά που έμπαιναν παράνομα στη φυλακή. Είχα γίνει, όπως με αποκαλούσε ο φύλακας του αναμορφωτηρίου του Μίσιγκαν, «ο χειρότερος των χειρότερων». Λόγω της δραστηριότητάς μου κατέληξα σε κράτηση σε απομόνωση για επτάμισι χρόνια κατά τη φυλάκισή μου.»

Ο δρόμος προς την εξιλέωσή του είναι συγκλονιστικός. Όπως και ο ίδιος του ο λόγος. «Μια μέρα καθώς βημάτιζα στο κελί μου, ήρθε ένας υπάλληλος και μου έφερε την αλληλογραφία. Κοίταξα ένα-δύο γράμματα ώσπου είδα κι ένα γράμμα που είχε την ασουλούπωτη γραφή του γιου μου. Κάθε φορά που είχα γράμμα του ήταν σαν να έμπαινε ηλιαχτίδα στο πιο σκοτεινό μέρος που μπορεί κανείς να φανταστεί. Εκείνη την ημέρα, άνοιξα το γράμμα και με κεφαλαία μου έγραφε: «Η μαμά μου είπε γιατί ήσουν φυλακή. Για φόνο. Μπαμπά, μη σκοτώνεις. Ο Ιησούς βλέπει τι κάνεις. Προσευχήσου σε Εκείνον.» Δεν ήμουν θρήσκος τότε, όπως δεν είμαι ούτε τώρα, αλλά υπήρχε κάτι πολύ βαθύ στα λόγια του γιου μου.

Με έκαναν να εξετάσω πράγματα για τη ζωή μου που δεν είχα σκεφτεί. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που πραγματικά σκέφτηκα ότι ο γιος μου θα με έβλεπε ως δολοφόνο. Κάθισα στο κρεβάτι μου και σκέφτηκα κάτι που είχα διαβάσει στη Δημοκρατία του Πλάτωνα, όπου ο Σωκράτης έλεγε στην Απολογία, ότι δεν αξίζει να ζούμε μια ζωή δίχως περισυλλογή. Σε εκείνο το σημείο άρχισε η μεταμόρφωση. Δεν έγινε όμως εύκολα. Ένα από τα πράγματα που συνειδητοποίησα, που ήταν μέρος της μεταμόρφωσης, ήταν ότι υπήρχαν τέσσερα βασικά πράγματα.

Το πρώτο ήταν ότι είχα σπουδαίους μέντορες. Σίγουρα κάποιοι θα σκέφτεστε το πώς βρήκα έναν σπουδαίο μέντορα μέσα στη φυλακή. Στην περίπτωσή μου όμως, κάποιοι από τους μέντορές μου, οι οποίοι εκτίουν ισόβια κάθειρξη μέσα, ήταν από τους καλύτερους ανθρώπους που συνάντησα στη ζωή μου, γιατί με ανάγκασαν να τη δω με ειλικρίνεια και να αμφισβητήσω τις αποφάσεις που έπαιρνα.

Το δεύτερο ήταν η λογοτεχνία. Πριν μπω φυλακή δεν ήξερα ότι υπήρχαν τόσοι υπέροχοι μαύροι ποιητές, συγγραφείς και φιλόσοφοι, ώσπου είχα την τεράστια τύχη να ανακαλύψω την αυτοβιογραφία του Μάλκομ Εξ, η οποία κατέρριψε κάθε στερεότυπο που είχα για τον εαυτό μου. Το τρίτο ήταν η οικογένεια. Επί 19 χρόνια ο πατέρας μου στάθηκε στο πλευρό μου με ακλόνητη πίστη ότι είχα την ικανότητα να αλλάξω εντελώς τη ζωή μου. Γνώρισα, επίσης, μια καταπληκτική γυναίκα, τη μητέρα του δίχρονου γιου μου, του Σεκού, η οποία μου έμαθε πώς να αγαπώ τον εαυτό μου με υγιή τρόπο.

Το τελευταίο πράγμα ήταν το γράψιμο. Αφού έλαβα το γράμμα του γιου μου άρχισα να γράφω ένα χρονικό για τα πράγματα που έζησα στην παιδική μου ηλικία και στη φυλακή, κάτι που γέννησε μέσα μου την ιδέα της εξιλέωσης. Νωρίτερα, κατά τη διάρκεια της φυλάκισής μου, είχα λάβει ένα γράμμα από συγγενή του θύματος στο οποίο μου έλεγε ότι με συγχώρησε επειδή συνειδητοποίησε ότι ήμουν ένα νέο παιδί που είχε κακοποιηθεί και είχε περάσει δυσκολίες και απλώς έλαβε μια σειρά λανθασμένων αποφάσεων.

Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που σκέφτηκα να συγχωρήσω τον εαυτό μου. Ένα πράγμα που συνέβη μετά από αυτή την εμπειρία, είναι ότι σκέφτηκα τους υπόλοιπους συγκρατούμενούς μου και το πόσο ήθελα να το μοιραστώ μαζί τους. Με συντριβή ανακάλυψα ότι οι περισσότεροι προέρχονταν από ένα αντίστοιχο περιβάλλον κακοποίησης και οι περισσότεροι ήθελαν να αλλάξουν, ήθελαν βοήθεια, όμως δυστυχώς το σύστημα, που αυτή τη στιγμή κρατά 2,5 εκατομμύρια φυλακισμένους, μοιάζει πιο πολύ με αποθήκη παρά με κέντρο αναμόρφωσης ή αποκατάστασης. Συνεπώς αποφάσισα πως εάν ποτέ έβγαινα από τη φυλακή, θα έκανα κάτι για να αλλάξει αυτό.

Το 2010 βγήκα από τη φυλακή για πρώτη φορά μετά από δύο δεκαετίες. Πήρα υποτροφία από το Εργαστήριο Μέσων του ΜΙΤ, δουλεύω για μια καταπληκτική εταιρία, τη BME, διδάσκω στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, αλλά δυσκολεύτηκα πολύ, γιατί κατάλαβα ότι υπάρχουν άντρες και γυναίκες που αποφυλακίζονται και δε θα έχουν αυτές τις ευκαιρίες. Νιώθω ευλογημένος που δουλεύω με εκπληκτικούς άνδρες και γυναίκες, βοηθώντας άλλους να επανενταχτούν.»

Η εκπληκτική του ομιλία κλείνει με τη διαπίστωση ότι το ταξίδι του είναι μια μοναδική περίπτωση. Αλλά δεν χρειάζεται να είναι όλων το ταξίδι έτσι. Ο καθένας μπορεί να μεταμορφωθεί. Αρκεί να δημιουργήσουμε εμείς τις προϋποθέσεις, τις κατάλληλες συνθήκες. Οι άνθρωποι δεν κρατιούνται όμηροι του παρελθόντος τους. Δεν κρίνονται ή καθορίζονται ως ζωή από μια άσχημη πράξη. Όλοι μαζί μπορούμε να είμαστε μέρη μιας εξιλέωσης. Αρκεί να το θελήσουμε.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.