Το ποδόσφαιρο αποτελεί το πλέον διαδεδομένο άθλημα στον κόσμο. Η τεράστια δημοφιλία του, το καθίστα ένα κοινωνικό φαινόμενο των σύγχρονων κοινωνιών. Το ποδόσφαιρο δημιουργήθηκε από τις ελίτ στην Αγγλία και μεταφέρθηκε αργότερα και στις υπόλοιπες κοινωνικές τάξεις.

Όταν οι εργάτες κέρδισαν το δικαίωμα του ελεύθερου απογεύματος του Σαββάτου, δημιουργήθηκε η ανάγκη κάλυψης του ελεύθερου χρόνου τους κι έτσι το ποδόσφαιρο ήταν αυτό που κάλυψε αυτή την ανάγκη.

Η τεράστια εξάπλωση του οφείλεται κυρίως στους Άγγλους ναυτικούς, που λόγω της μεγάλης εμπορικής δραστηριότητας της Βρετανικής αυτοκρατορίας διέδωσαν το ποδόσφαιρο στις Βρετανικές αποικίες και από εκεί σε ολόκληρο τον κόσμο. Επίσης, η απλότητα των κανονισμών του αθλήματος είναι τέτοια που ο οποιοσδήποτε μπορούσε να συμμετάσχει στο καινούργιο αυτό άθλημα. 

Αυτή η δημοφιλία είναι ταυτόχρονα ευχή και κατάρα. Διαχρονικά το ποδόσφαιρο χρησιμοποιήθηκε ως μέσο αποπροσανατολισμού της κοινωνίας από τα πραγματικά προβλήματα. Αυτό ήταν μια συνήθης τακτική απολυταρχικών καθεστώτων. Κι αυτό καθώς τα συγκεκριμένα καθεστώτα  κατάφερναν να καμουφλάρουν το πραγματικό τους πρόσωπο δημιουργώντας ένα αίσθημα υπερηφάνειας στην κοινωνία μέσα από τις ποδοσφαιρικές επιτυχίες.

Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν η διοργάνωση του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος από την Ιταλία το 1934. Το καθεστώς του Μουσολίνι μετέτρεψε την όλη διοργάνωση σε πανηγύρι προπαγάνδας. Η διοργάνωση  σημαδεύτηκε από μεροληπτικές διαιτησίες προς όφελος των διοργανωτών, ενώ πριν το τελικό μεταξύ της Ιταλίας και Τσεχοσλοβακίας οι ποδοσφαιριστές της Ιταλίας απειλήθηκαν με εκτέλεση αν τυχόν έχαναν. Η τοπική κοινωνία έζησε και συμμετείχε στον ποδοσφαιρικό παροξυσμό εκείνης της εποχής, γεμίζοντας τα στάδια όποτε έπαιζε η ιταλική εθνική ομάδα. Ο θρίαμβος της ομάδας ήταν στην ουσία θρίαμβος του καθεστώτος.

Το ίδιο σκηνικό είχαμε και στην Αργεντινή το 1978 όταν διεξήχθη εκεί το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του στρατηγού Βιδέλα. Σε μια χώρα όπου οι «τυχαίες» εξαφανίσεις αντιφρονούντων πολιτών ήταν σύνηθες φαινόμενο, πολλοί από τους ανθρώπους που πανηγύριζαν την νίκη της Αργεντινής στους δρόμους του Μπουένος Άιρες δε γνώριζαν ότι την ίδια ώρα συμπολίτες τους βρίσκονταν φυλακισμένοι χωρίς δίκη από το καθεστώς Βιδέλα.

Κι εφόσον το ποδόσφαιρο είναι κοινωνικό φαινόμενο, είναι λογικό οι διάφορες αντιπαλότητες εντός της κοινωνίας να μεταφερθούν κι εντός γηπέδου. Οι κόντρες μπορεί να είναι ταξικές, θρησκευτικές και πολιτικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Κύπρος, όπου η πολιτική αντιπαλότητα της δεξιάς και της αριστερής παράταξης μεταφέρθηκε και εντός αγωνιστικών χώρων. Στην Κύπρο αρκεί να δηλώσεις ποια ομάδα υποστηρίζεις και αμέσως ο συνομιλητής σου αντιλαμβάνεται αμέσως σε ποια πολιτική παράταξη ανήκεις. Επίσης, υπάρχει και η παγκόσμια πρωτοτυπία που συμβαίνει στο ερασιτεχνικό χώρο του κυπριακού ποδοσφαίρου. Ενώ στις πλείστες χώρες του κόσμου οι διάφορες ομοσπονδίες στο ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο διαιρούνται με γεωγραφικά στοιχεία, στην Κύπρο διαιρούνται με βάση την κομματική προέλευση! Έτσι, έχουμε ομοσπονδίες στο πρωτάθλημα των οποίων συμμετέχουν μόνο αριστερές ομάδες και ομοσπονδίες όπου συμμετέχουν μόνο δεξιές ομάδες. Στην ουσία μιλάμε για μια κομματικοποίηση του κυπριακού ποδοσφαίρου.

Αυτή η αντιπαλότητα συντηρήθηκε για χρόνια και από τις δύο  παρατάξεις και χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές σα μέσο για πολιτική πόλωση. Πολλές φορές πολιτικά συνθήματα και πανό κάνουν την εμφάνιση τους στα γήπεδα, ενώ στον αντίποδα τα σύμβολα των κυπριακών ομάδων φιγουράρουν στις προεκλογικές συγκεντρώσεις και των δύο παρατάξεων.

Μια αμφισβητούμενη φάση από ένα ντέρμπι μεταξύ δύο ομάδων από αντίπαλες παρατάξεις, μετατρέπεται σε γεγονός που μπορεί να συζητιέται για εβδομάδες, πράγμα (επιεικώς) οξύμωρο σε μια κοινωνία που το ποσοστό ανεργίας φθάνει το 16% και βρίσκεται σε μνημόνιο εδώ και δύο χρόνια. Αν προσθέσει κανείς και το γεγονός ότι πρόκειται για μια ημι-κατεχόμενη χώρα, ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι δε θα έπρεπε να μετατρέπεται σε μείζον ζήτημα.

Αν και τα κυπριακά κόμματα αρνούνται την ανάμιξη τους στο ποδόσφαιρο τα γεγονότα πολλές φορές τους διαψεύδουν αφού έτσι καταφέρνουν να συντηρούν για χρόνια ένα συγκρουσιακό κλίμα μέσα στην κυπριακή κοινωνία.

Ο «βασιλιάς των σπορ» χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές για να κρύψει τα πραγματικά προβλήματα μιας χώρας. Πρόσφατο παράδειγμα το Παγκόσμιο Κύπελλο της Βραζιλίας το 2014. Η κυβέρνηση της Βραζιλίας ξόδεψε εκατομμύρια για την κατασκευή ή την ανακατασκευή των σταδίων που θα φιλοξενούσε την διοργάνωση, προσπαθώντας  να δείξει την οικονομική ανάπτυξη που έχει την τελευταία δεκαετία. Το ατυχές αποτέλεσμα της εθνικής ομάδας της Βραζιλίας χαρακτηρίστηκε ως ντροπιαστικό και τα μέσα ενημέρωσης ζήτησαν εξηγήσεις από κάθε υπεύθυνο. Φυσικά ούτε λόγος στα κανάλια για την έλλειψη νοσοκομείων, σχολείων και το γκρέμισμα ολόκληρων γειτονιών από φτωχόσπιτα τα οποία χαλούσαν την όλη ατμόσφαιρα. Ενώ η εικόνα από των φαβέλων πίσω από τα πανάκριβα στάδια μόνο  ως σουρεαλιστική μπορεί να χαρακτηριστεί.

Οι εκδηλώσεις διαμαρτυρίας υποβαθμίστηκαν από την κυβέρνηση της Βραζιλίας και χαρακτηρίστηκαν ως υποκινούμενες για να πλήξουν το κύρος τόσο της κυβέρνησης όσο και της διοργάνωσης.

Για πάρα πολλούς ανθρώπους το ποδόσφαιρο είναι κάτι περισσότερο από ένα παιχνίδι. Γι’ αυτό έχει χρησιμοποιηθεί από πολλούς και ως μέσο χειραγώγησης αλλά και μέσο ανέλιξης.

Το ποδόσφαιρο είναι απλά ένα μέσο ψυχαγωγίας, που τα τελευταία χρόνια έχει χάσει την αθωότητα του παιχνιδιού που παίζαμε στις αλάνες και έχει μετατραπεί σε ένα μαζικό καταναλωτικό προϊόν. Ας το σκεφτούμε αυτό την επόμενη φορά που θα χαλάσουμε τις καρδιές μας για ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι, μήπως υπάρχουν πράγματα πιο σημαντικά από ένα ματς, έστω κι αν είναι ντέρμπι.          

Υ.Γ. Το κείμενο  είναι μια καταγγελία για όσους καταστρέφουν το παιχνίδι το οποίο αγαπάμε.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.