Οι καβγάδες στο σπίτι πάντοτε προσφέρουν άπειρο γέλιο. Γι’ αυτό, άλλωστε, έχουν διακωμωδηθεί αρκετά και στον ελληνικό κινηματογράφο αλλά και στις σειρές. Το παράδοξο είναι πως πολλές φορές η πραγματικότητα δεν απέχει και πολύ από την φαντασία.

Όσο είσαι μικρός, το περιεχόμενο των καβγάδων αφορά κυρίως το διάβασμα, το ντύσιμο και την συμπεριφορά μέσα στο σπίτι. Μεγαλώνοντας όμως, δε θέλεις να δίνεις λογαριασμό σε κανέναν. Ούτε που πας, ούτε τι κάνεις. Αυτό είναι που πολλές φορές δεν αντιλαμβάνονται οι γονείς και στο τέλος γίνονται πιεστικοί με τα παιδιά τους.   

Έτσι, αφού περάσεις κάποια ηλικία, θέλεις να νιώθεις ανεξάρτητος, θέλεις τον προσωπικό σου χώρο, να νιώσεις, ρε παιδί μου, πως είσαι ενήλικος. Αφού έχεις αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο και ξεκινάς να ψάχνεις για δουλειά, αντιλαμβάνεσαι πως τα πράγματα δεν είναι και τόσο ιδανικά για να μπορέσεις επιτέλους να φύγεις από την οικογενειακή φωλιά. Γιατί και δουλειά να βρεις, με μισθό τρεις και εξήντα ούτε την καλύβα του μπαρμπα-Θωμά δεν μπορείς να συντητήσεις.

Το να είσαι εργένης στο κατώφλι των τριάντα που μένει ακόμη στο πατρικό του δεν είναι παράξενο ειδικά σε περιόδους οικονομικής κρίσης.  Αυτή η συγκατοίκηση με γονείς, αδέλφια, γιαγιάδες και παππούδες μπορεί να προσφέρει στιγμές απείρου κάλλους. Από τη μια εσύ πιο ώριμος αναγκάζεσαι να συμβιβαστείς με ορισμένες καταστάσεις που σου έσπαγαν τα νεύρα, γιατί δεν έχεις και πολλές επιλογές. Αλλά δεν τα καταφέρνεις και πάντα.

Ειδικά όταν έχεις να κάνεις με την αθάνατη Ελληνίδα μάνα που δε λέει να καταλάβει πως το βλαστάρι της έχει μεγαλώσει. Εάν στο παρελθόν απλώς μουρμουρούσε για το διάβασμα ή για το τι ώρα γυρνούσες στο σπίτι, πλέον κάθε συζήτηση μετατρέπεται σε ανάκριση και η ανάκριση σε καυγά με κωμικές προεκτάσεις. Και πάντα στο αποκορύφωμα της όλης κουβέντας ο κρυφός της πόθος να δει το παιδί της γαμπρό ή νύφη. Παρακάτω ακολουθεί ένας φανταστικός (;) διάλογος μεταξύ μάνας και γιου.

-Φεύγεις, πού θα πας; Θ’ αργήσεις;

-Όπου θέλω πάω. Δε θα σου δώσω λογαριασμό.

-Οδηγείς. Μην πιεις όπως τις προάλλες που μου ‘ρθες στουπί στο σπίτι.

-Ρε μάνα δεν είμαι μωρό. Τριάντα χρονών μαντράχαλος μπορώ να ελέγχω τον εαυτό μου.

-Δε βλέπω να συμπεριφέρεσαι σαν ενήλικας.

-Δε θα βρω δουλειά με καλό μισθό; Θα φύγω από εδώ μέσα.

-Να φύγεις ρε, να δω ποιος θα σου μαγειρεύει, θα σου πλένει και θα σου καθαρίζει

-Μια χαρά τα κατάφερα σαν φοιτητής. Δεν πέθανα ούτε από την πείνα ούτε από την βρώμα.

-Εγώ φταίω που ενδιαφέρομαι. Δεν έχεις δει τις άλλες μανάδες που δε νοιάζονται για τα παιδιά τους; Όταν κάνεις και εσύ παιδιά θα καταλάβεις.

-Δε θα κάνω παιδιά και αν κάνω δεν θα τους κάνω ανάκριση.

-Τί ώρα πας δουλειά αύριο;

-Δεν πάω. Εχω ρεπό.

-Έφαγες κάτι;

-Όχι, δεν πεινάω.

-Δεν πεινάς; Είσαι άρρωστος παιδί μου;

-Όχι θα φάω έξω πιο μετά. Θέλεις κάτι άλλο και βιάζομαι;

-Πού θα φας;

-Θα βγω στο δέντρο και θα φάω φρούτα σαν τον πίθηκο. Αφού σου λέω θα φάμε έξω σε ταβέρνα με τα παιδιά.

-Εγώ σου μιλάω σοβαρά και εσύ με κοροϊδεύεις; Εγώ φταίω που ρωτάω. Πάτε και τρώτε αυτά τα πράγματα απ’ έξω. Να δούμε τι βάζουν μέσα και μετά μου λες σε πονάει το στομάχι σου.

-Μου προκαλείς πονοκέφαλο. Φεύγω πριν να με εκνευρίσεις περισσότερο.

-Μου κάνεις μια χάρη πριν φύγεις;

-Πες μου.

-Βγάζεις τα σκουπίδια;

-Τόση ώρα που ήταν ο νους σου να μου πεις; Βιάζομαι και φοράω τα καλά μου.

-Μια χάρη σου ζήτησα και δεν μου την κάνεις.

-Να μου το ‘λεγες νωρίτερα.

-Εγώ φταίω να σε αφήσω νηστικό και άπλυτο να σου δείξω εγώ;

-Τα ίδια και τα ίδια.

-Κάνε παιδιά να δεις καλό.

-Ε, τι να σου κάνω, ρε μάνα; Τα λάθη πληρώνονται. Μπορούσατε να βλέπετε περισσότερη τηλεόραση με τον πατέρα μου.

-Α να χαθείς από δω πέρα, γαϊδούρι.

-Ήθελες να τ’ ακούσεις, πάλι.

-Νομίζω είναι καιρός σου να βρεις μια καλή κοπέλα να νοικοκυρευτείς και να φύγεις από εδώ μέσα. Σε βαρέθηκα.

-Πάλι η ίδια κουβέντα; Δεν παντρεύομαι, δεν παντρεύομαι.

-Κι αυτή που μιλούσες στο τηλέφωνο ποια ήταν;

-Μια φίλη.

-Να τη φέρεις στο σπίτι να τη γνωρίσουμε.

-Έλεος, ρε μάνα, έλεος. Αν σου βγάλω τα σκουπίδια θα σιωπήσεις;

-Τόση ώρα που το συζητάς θα τα έβγαζες εκατό φορές

-Άργησα, γαμώτο. Α, ρε πατέρα τί φταίω να πληρώνω τις επιλογές σου;

-Σιγά μια χαρά είναι ο πατέρας σου. Πού θα βρει άλλη σαν εμένα;

-Έφυγα.

-Κάτσε να σε καπνίσω.

-Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία.

-Μη μιλάς έτσι για τα θεία.

-Μάνα καληνύχτα.

-Καληνύχτα παιδί μου. Προσεχτικά στο δρόμο.

Ο πιο πάνω φανταστικός διάλογος είναι κάτι που λίγο πολύ όλοι μας έχουμε βιώσει. Όσα όμως και να λέμε για τους γονείς μας και ειδικά για τις μανάδες μας η αγάπη που τους έχουμε δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια. Και το καταλαβαίνουμε μόνο όταν τις χάσουμε.  

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.