Κάπου εκεί στα Εξάρχεια, ήταν μια παρέα… μια παρέα αλλιώτικη από τις άλλες. Μια παρέα, που παρόλο να μη γνωρίζονταν και τόσο καλά μεταξύ τους, μοιράζονταν το πιο πολύτιμο αγαθό στον κόσμο. Την αγάπη προς τον άνθρωπο.

Ο Παύλος, η Κατερίνα και ο Νικόλας. Ο πρίγκιπας, η μπαλαρίνα της ποίησης και ο τρελαμένος μαλλιάς. Δεν είναι πια εδώ. Ταξίδι μας είπαν πήγαν, προορισμός; Άγνωστος. Έτσι ήταν κι τρεις τους. Απρόσμενοι και ερμητικά πλανόδια όντα. Δεν ήταν στα μέτρα τους αυτός ο κόσμος. Θα τον άλλαζαν, μα πρώτη απ’ όλους, η Κατερίνα.

«Θα την αλλάξουμε τη ζωή παρ’ όλα αυτά Μαρία..» Κατερίνα Γώγου.

Η Κατερίνα ήταν ηθοποιός, ποιήτρια, αντιεξουσιαστής. Για μένα απλά είναι η όμορφη Κατερίνα με την πετροκέραση ψυχή. Σκοτεινή στην επιφάνεια, χρυσό μέλι το εσωτερικό της. Κολλούσε και ζύγωνε στις αμαρτίες της ζωής.

Η μπέμπα των μυστικισμού. Όταν δεν εμφανιζόταν στο άσπρο πανί, έγραφε. Όταν δεν έγραφε πάλευε για τον άνθρωπο, όταν κουραζόταν από τον αγώνα; Κούρνιαζε στην αγκαλιά της μικρής Μυρτώς. Ακόμα θυμάμαι τη Σωτηρία Λεονάρδου να την αποκαλεί της σε μια της συνέντευξη «Μαγιακόφσκι των Εξαρχείων».

Αυτή ήταν η Κατερίνα, μέσα από την ποίησή της πάλευε με την εξουσία και την λεηλατημένη κοινωνία, αλλά προπάντων με τον εαυτό της.

Αδικημένη ηθοποιός, της γενιάς της Αλίκης Βουγιουκλάκη και Τζένης Καρέζη. Δε γνώρισε τη δόξα και την αναγνωρισιμότητα όπως οι παραπάνω κυρίες, παρόλο που για πολλούς το ταλέντο και η μαεστρία της Κατερίνας πίσω από την κάμερα δε συγκρινόταν. Κάποια στιγμή τα παρατάει, κανείς δε γνωρίζει το γιατί, μέχρι που η φωνή της έγινε αίμα και κραύγαζε σε τετράδια και τοίχους.

Η Κατερίνα δεν ήταν πια η περσόνα της τηλεόρασης. Ήταν η δικιά της Κατερίνα πλέον.

Η δικιά της Κατερίνα φώναζε σε συλλαλητήρια, σε φυλακές και προτεστάντες της τάξης. Η δικιά της Κατερίνα έκανε παρέα με μαύρα πουλιά και σύρματα. Φώναζε μέσα από την ποίηση της, γκρέμιζε την υποχείρια φυλακή της Αθήνας με μια κλωτσιά και έχτιζε την δική της παραλία. Την άδυτα μελαγχολική και υποτακτική.

Η αναρχική μας Κατερίνα.

Τέλη 70 με αρχές 80, η Γώγου της τηλεόρέασης εξαφανίζεται, και μένει μόνο η επαναστατημένη Κατερίνα. Φερέφωνο αλληλεγγύης για κάθε αμαυρωμένο και κατατρεγμένο από τις νομοθετήσεις του κράτους. Η Κατερίνα ήταν εκεί για αυτούς. Η μάνα της απελευθέρωσης.

Έχω ένα παράπονο... άκου το, θα πει η Κατερίνα. Ελεύθερος σκοπευτής ήταν ο Νικόλας  Άσιμος. Τον δολοφόνησαν. Τον Παύλο Σιδηρόπουλο, το ίδιο. Η μόνη επιζώσα είμαι εγώ...

Πίνει ένα ουίσκι και φεύγει για ‘κεί. Στους Άγιους των Εξαρχείων. Στον Πρίγκιπα και τον Νικόλα.

Ο Πρίγκιπας ήταν από τα κακά παιδιά, βασικά ήταν από αυτούς τους γίγαντες που όταν τους γνώριζες καταλάβαινες ότι έχουν τελικά καρδιά μικρού παιδιού. Έφυγε νωρίς όμως, από τα λάθη του, την εφηβεία που ποτέ δεν ξεπέρασε, από την ηρωίνη.

Ένας διαλλακτικός χίπης ήταν που με τους ροκ ήχους και ιδιαίτερους στίχους του, ζούσε φλου και ερωτευόταν στο φλου. Αλλά όταν ερωτευόταν άλλαζε μορφή, μαλάκωνε ακόμα πιο πολύ η καρδούλα του.

Σε μια κοινωνία χλιαρών προτύπων και προσποιούμενης ροκ ιδεολογίας, ένα παιδί με μια κιθάρα καθίδρυσε με το στυλ του και τον ανέμελο χαρακτήρα του το ροκ ήχο. Το είχε και μάλιστα εκ φύσεως γιατί δεν είναι επιφάνεια αλλά βυθός ιδεολογίας.

Ο θάνατός του; Χαστούκι για τους θαυμαστές του και όχι μόνο. Τον έφαγε ο εθισμός του, η τρελαμένη εφηβεία του, οι χειρότεροι φόβοι του; Κανείς δε θα καταλάβει.

Ήταν ασυμβίβαστος ο Παύλος. Ήταν αυτός που βγήκε μπροστά και κατακεραύνωσε τη μεγαλύτερή του αγάπη. Τις ουσίες. Θεωρούσε ότι ήταν ο αρχηγός μιας γενιάς που θα έσπαγε τα δεσμά της εξουσίας με την μουσική του και το στυλάκι του.

Στην πραγματικότητα ο Παύλος ήταν ένας άνθρωπος της αγάπης. Αγάπησε όχι μία, ούτε δυο αλλά αμέτρητες φορές και γι’ αυτή την αγάπη παρατούσε τα πάντα, μέχρι να καταλαγιάσει το πάθος του και να συνθέσει το πιο όμορφο τραγούδι.

Ο έρωτας ήταν η επιρροή του και οι γυναίκες οι πανάγιες μούσες του.

Δεν ξεπούλησε και δεν ξεπουλήθηκε ποτέ. Ένας ερωτιάρης βετεράνος που μέσα από τη μουσική του και τα λάθη του λάτρεψε και θεοποίησε πολλές γενεές.

Ο James Dean της μουσικής ήταν ο Παύλος. Ταλέντο που ρήμαξε την ελληνική σκηνή μα πάνω απ’ όλα ένας τεράστιος μύθος.

Ο διανοούμενος αλήτης. Καταστροφή και δημιουργία, θα μας πει και θα φύγει. Θα κάνει πρώτος την αρχή και θα πάει σ’ εκείνη την αλάνα, θα σιγοτραγουδάει για τους μάγκες και θα περιμένει τον Νικόλα και την Κατερίνα.

Ήταν έμπειρος γευσιγνώστης. Κανείς δεν το απαρνήθηκε αυτό. Μια νύχτα του Δεκέμβρη έτσι, μας αφήνει, σ’ ένα σπίτι στον Νέο κόσμο. Μια τσάρκα με την ερωμένη του, την πρέζα, ήταν η αιτία του ταξιδιού του, έχοντας μαζί του το καλύτερο του χαμόγελο και τον αστείρευτο εαυτό του, μας χαιρετά και φεύγει.

Το φαινόμενο Νικόλας Άσιμος. Ή μήπως απλά ο άνθρωπος; Τι ήταν τελικά ο Νικόλας; Αγαπούσε κι αδιαφορούσε με ένα κουστούμι στο χέρι έχοντας πάντα ένα παπάκι δίπλα του.

Ο Νικόλας με τις ιδέες του. Από την παρέα των Αγίων υπήρξε ο πιο περιθωριοποιημένος. Ίσως να έφταιγε η εμφάνιση του ίσως πάλι ότι ήταν ο πιο λογικός σ’ έναν τρελαμένο κόσμο.

Κυνηγός τους ανθρώπου και ονειροποιός, αυτός ήταν ο Νικόλας. Γνώρισε αποξένωση, κατακραυγή, αδικία. Τον φάγανε. Παραήταν σωστός και έντιμος για την κοινωνία τους.

Επαναστάτησε, φώναξε, σήκωσε γροθιά, μπορεί να δήλωσε κάποτε ρεβιζιονιστής, μπορεί πάλι όχι. Το μονό σίγουρο είναι ότι πολέμησε την ψευτιά και τη βρωμιά μέσα από την τέχνη του.

Η αναρχία που δεν πατάσσεται ποτέ. Ο Κοζανίτης που διακρίθηκε σε αθλητικούς και μαθητικούς αγώνες μέχρι που μια μέρα παίρνει τη βαλίτσα και το καπέλο του και φεύγει για τη Θεσσαλονίκη, για να σπουδάσει στο Νεοελληνικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής.

Σε κάποιο άρθρο του σε εφημερίδα της Θεσσαλονίκης χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το ψευδώνυμο Άσιμος κι έκτοτε το καθιέρωσε. Παράλληλα, ασχολήθηκε και με το θέατρο. Έφτιαξε ένα φοιτητικό θεατρικό εργαστήρι, παίζοντας Αριστοφάνη, Μένανδρο, Μολιέρο.

Κάπου εκεί βαριέται και την κάνει για την Αθήνα με μια κιθάρα στο χέρι αυτή τη φορά.

Τραγουδάει στην Πλάκα και αντιπαρέρχεται στο κατεστημένο με πολλές μουσικοθεατρικές παραστάσεις. Κάποια στιγμή μέσα στην πειρατεία της μουσικής και την αλητεία της τέχνης, τον πιάνουν ασφαλίτες και κάνει για 2 μήνες φυλακή ως εξέχουσα προσωπικότητα με αρνητική επιρροή. Κάπου εκεί, αρχές του ‘80 είναι που γράφει και το βιβλίο του για τους Κροκάνθρωπους.

Αυτός ο μισογύνης όμως κάποια στιγμή την πατάει και ερωτεύεται μια αναρχοφεμινίστρια, η οποία του χάρισε ένα κοριτσάκι.

Θεωρήθηκε παρακλάδι της 17 Νοέμβρη, θεωρήθηκε, εγκληματίας ένας άνθρωπος με μια ψυχή χρυσωρυχείο και μια τρέλα που μέχρι κι ένας έφηβος θα ζήλευε. Η ανατροπή του Άσιμου και των Εξαρχείων σε μια Ελλάδα που με το ζόρι ορθοποδούσε από τον τελειωμό της χούντας, αποτέλεσε χάος, που κατά μια άποψη αποτελούσε την αναρχία της ελληνικής δημοκρατίας.

Αχ και να ξέρες ρε Νικόλα, αχ και να ζούσες να ‘βλεπες το όραμά σου να γίνεται πραγματικότητα. Σεφάγανε, σε πούλησαν και δεν πρόλαβες να δεις τίποτα. Άρπαξαν την ελευθερία σου και την αγνότητα σου. Παραήσουν γραφικός γι αυτούς, δεν σε καταλάβαιναν.

Τα επόμενα χρόνια του Νικόλα ήταν μια μέσα μια έξω. Μια συγκεκριμένη βόλτα, από την πλατεία στα ψυχιατρεία, κράζοντας και ενοχλώντας πάντα οτιδήποτε θηλυκό, γυναίκες και γατιά.

Κατηγορείται για βιασμό, ξαναμπαίνει φυλακή. Όταν αποφυλακίστηκε δεν ήταν πια ο ίδιος. Μια μέρα αυτοκτονεί στο διαμέρισμα του. Αυτό ήταν. Το τέλος.

Ίσως και να ήταν καλύτερα, αφού δεν ήταν ποτέ προδότης. Η τρέλα του τον παρέσυρε σε σκοτεινά μονοπάτια. Κι αυτό το μονοπάτι ήταν το τελευταίο που θα διαβούσε σε τούτο τον άθλιο κόσμο. Βαρέθηκε έφυγε, πήγε να βρει κι αυτός την γαλήνη που χρόνια έψαχνε να βρει.

Θα σας θυμόμαστε για πάντα. Τρεις διαφορετικές ψυχές, τρεις διαφορετικοί καλλιτέχνες με ένα μονάχα κοινό. Την ανάγκη για εξάγνιση, την ανάγκη για την απόλυτη ελευθερία του ανθρώπου. Κάποια στιγμή θα ανταμώσουμε όλοι μαζί και θα σιγοτραγουδήσουμε για την αγάπη, να στε σίγουροι.

Μέχρι τότε… Καλή τύχη μάγκες.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.