Πολλοί λένε πως το ροκ έχει πεθάνει.

Πως οι μουσικάρες που δημιουργήθηκαν πριν δεκαετίες είναι μοναδικές και ανεπανάληπτες. Συμφωνώ μαζί τους όμως όχι για τους λόγους που συνήθως ενστερνίζονται.

Εκείνοι θα μιλήσουν για αντίληψη της τότε εποχής, για πολιτικά κατεστημένα και επαναστάσεις που έπρεπε να ξεκινήσουν.

Εγώ μιλάω για ανθρώπους που ήταν rock στην ψυχή.

Ελάχιστοι, περιθωριοποιημένοι και αρνούμενοι να ενταχθούν στο σύστημα, όχι από πίκρα αλλά από αληθινή ιδεολογία. Χωρίς να επικροτούν τα στημένα και τη δηθενιά που έχει κατακτήσει τις συμπεριφορές μας, μένουν τις νύχτες μέσα, με μουσικά όργανα, βιβλία, αποτσίγαρα και μια γάτα να γουργουρίζει καθισμένη, με εκείνο το διαολεμένο στυλ της, στο μπράτσο του καναπέ.

Υπάρχουν ακόμα λίγοι. Ευτυχώς.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος είναι ένας από τους τελευταίους ροκάδες της εποχής μας.

Αναγνωρισμένος ποιητής γεννήθηκε, μεγάλωσε και κατοικεί μέχρι σήμερα στη Θεσσαλονίκη της φτώχιας, της βρισιάς και ενός συμβιβασμού που έπρεπε να πνίξεις από μικρός για να μη βρομίσει την ψυχή σου.

Σπούδασε Φιλολογία, και εξέδωσε τη δεκαετία του ‘50 την «Εποχή ισχνών αγελάδων» δείχνοντας την κλίση του στην Καβαφική ποίηση. Ανάμεσα στον ομοφυλόφιλο έρωτα, την απομόνωση και την αυτό-ταπείνωση που φέρνει το πάθος, είναι μια από τις πιο ιδιαίτερες ψυχολογικά πένες που μπορεί κάποιος να διαβάσει.

Μετά το 2010 θα βραβευτεί δυο χρονιές συνεχόμενα με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων και εκείνος θα τους κλάσει στέλνοντας ένα αντίγραφο από το «Είμαι εναντίον» που έγραψε 35 χρόνια πριν, τρίβοντας έτσι ένα κωλοδάχτυλο στις μούρες των γερο-διαβασμένων και «υπεράνω» καλλιτεχνών που βολεύτηκαν με λογοτεχνικές συντάξεις, σάλια σε υπουργεία και κλίκες φτασμένων λογοτεχνών.

Μισούσε το κατηχητικό, τις αξύριστες θεούσες και το δόγμα της ψευτιάς που θέλουν να λένε ότι εκπροσωπούν, κοροϊδεύοντας έτσι τις ορμές που δεν αποδέχονται.

Γι' αυτό και φεύγει από τους κύκλους της εκκλησίας όταν αστυνομία και κλήρος τον κυνηγάνε επειδή αδιαφόρησε να καταθέσει για λογοκρισία το πρώτο του έργο. Εκεί μέσα, μια αγία και ένας άγιος ερωτεύονται λίγο πριν τους πάρουν το κεφάλι. Εκεί μέσα αποκαλεί τους αστυνομικούς επιβήτορες.

Ακόμα και τώρα εθνικιστές τον κατηγορούν ασταμάτητα για τις σεξουαλικές του επιλογές, για την «εβραιοφιλία» του και για όσα αναφέρει για την δολοφονία του στρατηγού Κλείτου από τον Μέγα Αλέξανδρο, όταν ο πρώτος αρνείται να γονατίσει μπροστά στον Μακεδόνα  βασιλιά φτύνοντας έτσι τις θεϊκές του βλέψεις.

Αδιαφορεί για την αξία και ποιότητα στα νόμπελ των Ελύτη και Σεφέρη κατακρίνοντας τις κλίκες και την αποτελεσματικότητα που τις διακατέχει να αναδεικνύουν όσους θέλουν εκείνες.

Βάζει στο ίδιο ρινγκ Σολωμό και Καβάφη. Δυο μεγάλοι ποιητές, σχεδόν ισάξιοι, με τον Σολωμό αν και καλύτερο νοηματικά να χάνει από τον Καβάφη στα σημεία, με φταίχτη την ιταλομάθειά του και άρα την κατωτερότητα του στην απόδοση.

Εξοργίζεται με την ανάλυση των γραπτών του από ακαδημαϊκούς. Μπουκάρει στο πανεπιστήμιο και αρπάζει απ’ τα μούτρα τον φίλο και καθηγητή που αναλύει με τους μαθητές τα έργα του αποφεύγοντας έτσι να καταστραφεί το ποίημα αλλά και οι ίδιοι οι φοιτητές.

Καταδικάζει τον Απόστολο Παύλο για την απέχθεια που εκφράζει προς τους ομοφυλόφιλους. Αναρωτιέται πώς μπορεί να είναι μαθητής του Χριστού, όταν ο ίδιος ο δάσκαλος του ήταν τόσο ταπεινός ώστε έκανε συχνά παρέα με πόρνες και εγκληματίες.

Δεν αφήνει ούτε την Μούσχουρη ήσυχη θυμίζοντας πως την εποχή της χούντας πήγε στην Γερμανία για συναυλίες και άρχισε να τραγουδάει γαλλικά στους Έλληνες. Έξαλλοι εκείνοι άρχισαν να την αποδοκιμάζουν γιατί καλοπέραση και ταξίδια είχαν συνεισφέρει στο να ξεχάσει τη γλώσσα των προγόνων της.

Το 2012 η «δημοσιογράφος» και πάνω απ ‘ όλα «καθωσπρέπει» κ. Τσαπανίδου τον καλεί στην εκπομπή της θέλοντας να μάθει γιατί δεν πήγε να παραλάβει τα βραβεία και προτίμησε ν’ αράξει Σαλονίκη.

Ο γέρος τη βάζει στην θέση της με τον καλύτερο τρόπο ενάντια στη χειραγώγηση που χρησιμοποιούν οι τηλεπερσόνες. Δεν έδωσε σημασία σε κοπλιμέντα και κολακείες που προστάζει το τηλεοπτικό savoir vivre, πόσο μάλλον σε ψεύτικα χαμηλωμένα μάτια που δήθεν κατάλαβαν το λάθος τους.

«Δεν ξέρω τι μου γίνεται. Δεν είμαι σαν τους καλά ενημερωμένους, μέσα από την τηλεόραση, Έλληνες»

Αναγνωρίζοντας πως δεν ασχολείται με τα κοινά και ούτε καν γνωρίζει ποιος είναι πρωθυπουργός, αδυνατεί να καταλάβει το λόγο των ερωτήσεών της δείχνοντας σε όλους το πόσο θεατρίνοι θέλουν να είναι όσοι εμφανίζονται μπροστά στις κάμερες.

Ένας θεατρινισμός που δε σταματάει όταν πέφτει η αυλαία αλλά συνεχίζεται σε όλες τις πτυχές της ζωής τους.

Αρνείται να πει «σ’αγαπώ» θεωρώντας κάθε φράση αγάπης μια βλακεία και μισή. Πιστεύει πως καθετί που δε λέμε είναι πολύ ανώτερο απ’ ο,τι λέμε. Μόνον έτσι έρχεται η ισορροπία μιας και οι ενδείξεις της αγάπης μέσα από μάτια, χέρια και σώματα δεν μπορούν να κρυφτούν.

Όταν πέφτεις στα πόδια ενός ανθρώπου τον ανεβάζεις σε θεότητα σου. Κάτι που δε θα έκαναν ποτέ τα ζώα, προτιμάει να αφήνει εκείνα να μιλάνε μέσα από τις πράξεις μας.

«Όσο τους λατρεύεις τόσο διαφθείρονται. Και γιατί να συμβάλω στη διαφθορά του άλλου; Ποτέ»

Δεν είναι εύπεπτος και αβρός στους τρόπους του ο Χριστιανόπουλος.

Δεν χαρακτηρίζεται άδικα σαν «χολή και μουτζουφλιά προβοκατόρισσας νυφίτσας του Θερμαϊκού» από τον Πανούση. 

Δε θα θελα να τον γνωρίσω από κοντά.

Θα ταιριάζαμε σε πολλά αλλά θα πλακωνόμασταν στα λίγα.

Χριστιανόπουλε, είσαι από τους τελευταίους ροκάδες.

Σε γουστάρουμε.

Στ’ αρχίδια σου το ξέρω, αλλά σε γουστάρουμε.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.