Μεσημεράκι καθημερινής και με βρίσκει να κατεβαίνω δύο δύο τα σκαλιά ενός σταθμού μετρό κάπου στο κέντρο της Αθήνας, για να καταφέρω να φτάσω όσο πιο γρήγορα μπορώ πίσω στο σπίτι μου. Ενώ στριμώχνομαι σε ένα ακόμα γεμάτο βαγόνι του διερχόμενου συρμού, ξεκινάω να χαζεύω τους υπολοίπους επιβάτες, όταν αντιλαμβάνομαι με το πλάι του ματιού μου, μια κοπέλα που έχει αρχίσει να δακρύζει.

Χαμηλώνω ασυναίσθητα το βλέμμα μου και ταυτόχρονα βλέπω και άλλους επιβάτες να κάνουν ακριβώς την ίδια με εμένα κίνηση ή να κρυφό σχολιάζουν το γεγονός με τους διπλανούς τους.

Φτάνοντας στον προορισμό μου, αρχίζω ασυναίσθητα να αναρωτιέμαι τι άραγε να ήταν αυτό που έκανε την κοπέλα να κλάψει χωρίς ντροπή, μπροστά σε τόσους αγνώστους ανθρώπους.

Μήπως γυρνούσε από το δικηγόρο, που υπέγραψε το διαζύγιο της; Μήπως απολύθηκε; Μήπως πέθανε κάποιος συγγενής της; Μήπως έμαθε ότι πάσχει από κάποια ανίατη ασθένεια;

Κι ενώ το μυαλό μου έτρεχε με χίλια κάνοντας σενάρια τόσο αξιοζήλευτα, που θα τα αγόραζε το Χόλιγουντ για εκατομμύρια, συνειδητοποίησα ότι όλη μου η συλλογιστική βασίστηκε σε ένα μεγάλο λάθος: Γιατί πρέπει κάποιος να αισθάνεται ντροπή για τα δάκρυα του;

Το κλάμα είναι μια ακόμη φυσιολογική αντίδραση του ανθρώπινου οργανισμού όπως είναι το χασμουρητό ή το φτέρνισμα, δεν έχω δει όμως κανέναν να προσπαθεί να σφιχτεί για να τα αποφύγει ή όταν τα κάνει να φεύγει τρέχοντας στα σκοτάδια για να μην το δει κάνεις.

Για όλη αυτή τη συμπεριφορά βέβαια δεν φταίει παρά ο καθένας μας που όποτε βλέπει άνθρωπο να κλαίει αποστρέφει κατευθείαν το βλέμμα του.

Πολλοί από εσάς θα μου πείτε ότι το κάνει από ευγένεια και πως δεν θέλει να νιώσει ο άλλος άσχημα όντας στο επίκεντρο της προσοχής.

Άλλοι πάλι θα σκεφτείτε ότι αυτή η συμπεριφορά μας βγαίνει φυσικά, σαν μηχανισμός άμυνας του δικού μας οργανισμού, που μας αποτρέπει να δούμε κάτι που μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα να αισθανθούμε εμείς αναίτια άσχημα, ενώ δεν μπορούμε με κανένα τρόπο να βοηθήσουμε.

Εγώ από την άλλη θα σας πω, πως όλο αυτό μυρίζει από μακριά εθελοτυφλία.

Πιστεύουμε πως άμα κλείσουμε τα μάτια μας μπροστά στην οποιαδήποτε στεναχώρια που βιώνουν οι άλλοι, θα συνεχίσουμε και εμείς ανενόχλητοι να ζούμε στον δικό μας ουτοπικό κόσμο, αδιαφορώντας για την φωτιά στο σπίτι του γείτονα μέχρι αυτή να απειλήσει το δικό μας.

Άλλες πάλι φορές μου φαίνεται πως είναι και σαν ένα ακόμα είδος προκατάληψης. Δαιμονοποιούμε κάτι φυσικό όπως το κλάμα και πιστεύουμε πως αν σταθούμε διπλά σε κάποιον που υποφέρει θα αρχίσουμε να υποφέρουμε και εμείς, λες και μιλάμε για κανένα λοιμώδες νόσημα.

Μιλάω φυσικά για το ίδιο ακριβώς παράλογο συναίσθημα που κάνει πολλούς να φοβούνται να επισκεφτούν νοσοκομεία ή να συμμετάσχουν σε νεκρώσιμες ακολουθίες.

Βέβαια όλες αυτές οι αναχρονιστικές προκαταλήψεις, δεν μας ήρθαν μια μέρα απλά ουρανοκατέβατες, χτίστηκαν προσεχτικά πετραδάκι πετραδάκι από την προηγούμενη κιόλας γενιά. Ξεκίνησαν από το κλασσικό και πολύ φορεμένο οι άντρες δεν κλαίνε και αργά αλλά σταθερά εξαπλώθηκαν ομοιόμορφα και στα δύο φύλα.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ, εμένα μικρή να πέφτω στη μέση του δρόμου και να βάζω τα κλάματα και τη μαμά μου από την άλλη να με σηκώνει και να μου ψιθυρίζει στο αυτί «σταμάτα, δεν ντρέπεσαι; κοιτάζει ο κόσμος».

Έτσι πάντα με έπειθε. Και εγώ συνέχιζα να προχωράω, με χείλη πανιασμένα από την προσπάθεια, μα μάτια εντελώς στεγνά.

Χρειάστηκε να περάσουν κάμποσα χρόνια από τότε, για να φτάσω στο σημείο να καταλάβω πως δεν υπάρχει απολύτως τίποτα για να ντρέπεται αυτός που κλαίει και πολλά για να ντραπεί αυτός που τον έκανε να κλάψει.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.