Λίγο πιο κάτω από τη γειτονιά μου, έχει ανοίξει εδώ και δύο χρόνια μια ιδιωτική σχολή μαγειρικής. Περνώντας από εκεί καθημερινά για να πάρω το μετρό και να πάω στο πανεπιστήμιο, με δέος παρατηρούσα, ορδές επίδοξων σεφ που κατέκλυζαν τις πόρτες της.

Και έτσι χωρίς να το καταλάβω, μου γεννήθηκε υποσυνείδητα η απορία, πως το επάγγελμα του μάγειρα έγινε άξαφνα τόσο περιζήτητο, ενώ στα χρόνια που τελείωνα εγώ το σχολείο δεν θυμάμαι κανένα από τους συμμαθητές μου να τον αναφέρει ως επαγγελματικό προσανατολισμό.

Γυρίζοντας σπίτι και αφού άνοιξα την τηλεόρασή, μου εμφανίστηκε σαν από μηχανής θεός η απάντηση στο ερώτημα μου.

Εκεί λίγο μετά τις ειδήσεις, οι οποίες έδειχναν την πείνα, την φτώχεια και την ανεργία που μαστίζει την Ελλάδα του σήμερα, με ένα άρωμα τραγικής ειρωνείας, μεγαλύτερης και από αυτήν που σχολιάζαμε στο μάθημα της «Ελένης» στο γυμνάσιο, ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια σε όλα τα κανάλια εκπομπές μαγειρικής.

Κατά αυτόν τον τρόπο και μετρώντας στο ενεργητικό τους ήδη τέσσερα με πέντε ριάλιτι, ο μάγειρας έγινε το νέο τηλεοπτικό γκλάμουρους επάγγελμα, διαδεχόμενο αυτό του τραγουδιάρη του χτες.

Με ύφος περισπούδαστο και υλικά, που ούτε είχα ξανά ακούσει στην μέχρι τώρα ζωή μου παρότι μέσα στο σπίτι μου μαγειρεύουν τρεις γενιές, αλλά με συνταγές διατυπωμένες σε αργκό για να πιάσουν τον παλμό της μέσης Ελληνίδας νοικοκυράς, προσπαθούν να σε πείσουν να φτιάξεις για μεσημεριανό κροκόδειλο με γαϊδουράγκαθο, γιατί εκτός από απολύτως γκουρμέ λιχουδιά είναι και εύκολο στην προετοιμασία.

Γεύσεις ανακατεμένες που και μόνο στο άκουσμα του συνδυασμού τους σε πιάνει μια ανακατωσούρα, φρούτα, σοκολάτες, ξηροί καρποί και κρέατα όλα στην κατσαρόλα τουρλού. Η αναγούλα βέβαια συνεχίζεται όταν βλέπεις πως όλα τα υλικά χρησιμοποιούνται άπλυτα και το δάχτυλο χρησιμεύει αντί για κουτάλι στις δοκιμές.

Με το στούντιο εξοπλισμένο με εγκαταστάσεις που το κάνουν να μοιάζει με πιλοτήριο διαστημόπλοιου, καλά να’ναι βέβαια και το μοντάζ, το πιάτο που σου προτείνουν είναι τελικά έτοιμο για κατανάλωση σε ακριβώς τριάντα λεπτά της ώρας.

Ενώ στο τέλος της δημιουργίας, ακολουθεί πάντα διακόσμηση πιο αφηρημένη και από έργο τέχνης του Πικάσο.

Όπως κάθε καλή ταινία επιστημονικής φαντασίας, ο μάγειρας πότε δεν λερώνεται, δεν του κουνιέται μάλιστα ούτε τσουλούφι, τα άπλυτα σκεύη εξαφανίζονται από την κουζίνα ως δια μαγείας, ενώ το φαγητό προκαλεί πάντα μουγκρητά απόλαυσης σε όσους το γεύονται, αφού κανένας δεν έχει πει ότι του ξέφυγε ρε παιδί μου στο αλάτι, ούτε καν ότι κάηκε επειδή το έβγαλε μόλις από τη φωτιά.

Βέβαια κάπου εκεί έρχεται να μου γεννηθεί και μια άλλη εύλογη απορία: που πάνε άραγε όλα αυτά τα πριν, κατά την διάρκεια και μετά που βλέπουμε για να κατανοήσουμε την διαδικασία, μετά το «καλό απόγευμα»; Ελπίζοντας η απάντηση να μην καταδεικνύει τον πάτο στο κοντινότερο κάλαθο των αχρήστων.

Για να μην μείνει όμως κάνεις παραπονεμένος οι εν λόγω αριστουργηματικές εκπομπές, προβάλλονται σε επανάληψη και κάπου κοντά τα ξημερώματα, έτσι ώστε σε περίπτωση που κανείς πεινάσει και θέλει κάτι να τσιμπήσει, να μην καταφύγει στην φτηνή επιλογή του τοστ ζαμπόν τυρί, αλλά να φτιάξει στα γρήγορα μια παπιά Πεκίνου με σος βερίκοκο, έτσι για να περάσει η βραδιά βρε αδελφέ.

Τώρα εσείς θα μου πείτε για ποιο λόγο υπάρχουν αυτές οι εκπομπές ή γιατί εγώ έκατσα να την δω μέχρι το τέλος.

Η απάντηση είναι απλή, δεν είναι σίγουρα για να πιάσω χαρτί και μολύβι και να αρχίσω να φτιάχνω αλλιώς την ίδια σάλτσα ντομάτας που κάνω εδώ και δέκα χρόνια, αλλά γιατί αυτές οι εκπομπές είναι κάπως σαν τις διαφημίσεις, που τις πετυχαίνεις λίγο πριν ή μετά το αγαπημένο σου σήριαλ και ενώ εσύ έχεις λιώσει αραχτός στον καναπέ, βαριέσαι να πας μέχρι το τραπεζάκι, να πιάσεις το τηλεκοντρόλ και απλά να αλλάξεις κανάλι.


 

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.