Το χαζοκούτι ήταν πάντα χαζοκούτι. Δεν περίμενε κανείς να μορφωθεί ουσιαστικά απ’ αυτό, να χτίσει και να βελτιώσει την κριτική του σκέψη. Όσον όμως αφορά στα παιδιά; Είναι κάτι πρωινά που κάθομαι μπροστά απ’ την τηλεόραση και χαζεύω. Όπως λοιπόν αλλάζω κανάλια, εκεί κατά τις δέκα και μισή, έντεκα, πέφτω πάνω σε κινούμενα σχέδια.

Τι το’ θελα;

Τι χάλια μαύρα κι αδιόρθωτα είναι αυτά που δείχνουν; Κάτι κουνέλια που βγάζουν άναρθρες κραυγές και χτυπάνε το ένα το άλλο, σε ένα τελείως βλακώδες σκηνικό με ανύπαρκτο σενάριο. Κάτι κοριτσίστικες φιγούρες με τεράστια κεφάλια (σαν εκείνα τα διακοσμητικά σκυλιά που κοσμούν τα ταξί και των οποίων τα κεφάλια πηγαίνουν πάνω – κάτω) και ουδεμία ανθρώπινη υπόσταση, οι προβληματισμοί των οποίων σε κάνουν να θες να ξεριζώσεις τα φρύδια σου. Κάτι κότες (ναι, κότες) οι οποίες παλεύουν με κάτι γουρούνια για κάτι αυγά, και όλα αυτά χωρίς ούτε μία λέξη. Σημειώστε το αυτό. Και φυσικά, κάτι γιαπωνέζικες «υποψίες» anime οι οποίες κάνουν τους απανταχού anime otaku να θέλουν να κάνουν σεπούκου.

Είμαι της δεκαετίας του ’80, και οι περισσότερές μου αναμνήσεις από παιδικές τηλεοπτικές εκπομπές είναι από τη δεκαετία του ’90. Τι σημαίνει αυτό; Ότι έχω δει τα καταπληκτικότερα παιδικά που έχουν βγει ποτέ, και όχι τις αηδίες που κάνουν πουρέ το μυαλό των σημερινών παιδιών. Δεν θα κάνω κατάλογο, γκουγκλάρετέ τα. Σημασία έχει ότι το ένα μέσο που κάποτε προσέφερε τόσο διασκέδαση όσο και προβληματισμό στα παιδιά, τώρα είναι ακριβώς αυτό που αναφέρθηκε στην πρώτη σειρά: χαζοκούτι.

Θυμάστε όταν τα κινούμενα σχέδια ήταν ακριβώς αυτό που έλεγε το όνομά τους; Δηλαδή σχέδια; Πλέον η τεχνολογία του animation και των γραφικών υπολογιστή έχει κυριεύσει το άλλοτε παρθένο από εφέ σκηνικό των παιδικών σειρών. Έπρεπε να πέσει πολλή δουλειά για να βγει έστω και ένα κλιπάκι ορισμένων λεπτών. Οι σκιτσογράφοι έπρεπε να σχεδιάσουν πολλά, πάρα πολλά καρέ, για να είναι ομαλό και εύκολο στο μάτι το τελικό αποτέλεσμα. Ακόμα και να μην ήταν τέλειο, η προχειρότητα και η «άγρια» υφή ορισμένων κλιπ είναι ορόσημα στη μνήμη όσων τα πρόλαβαν.

Επίσης, η μουσική που «έντυνε» τα κινούμενα σχέδια εκείνα ήταν απλά απίστευτη (και σε πολλές περιπτώσεις ηχογραφημένη επί τόπου για τις ανάγκες του καρτούν). Συμφωνική, τζαζ, swing, και γενικότερα πολλά είδη μουσικής χρησιμοποιούνταν, σε συνάρτηση με την εποχή που διαδραματιζόταν και το συναίσθημα που ήθελε να περάσει το καρτούν.

Τρίτο, και για μένα σημαντικότερο: οι διάλογοι. Τα σενάρια των παλαιότερων καρτούν είχαν σε ορισμένες περιπτώσεις απίστευτο βάθος. Σίγουρα θα άκουγε κανείς κάποιο λογοπαίγνιο ή κάποιο δηκτικό σχόλιο με στόχο να προβληματιστούν ακόμα και οι μεγαλύτεροι τηλεθεατές. Δεν είναι τυχαίο που ακόμα γελάμε με παλιά καρτούν. Ήταν έξυπνα, ευρηματικά, και σε πολλές περιπτώσεις «δηλητηριώδη», με εξαιρετικό μαύρο και μη χιούμορ. Και μας έκαναν να σκεφτόμαστε για να τα καταλάβουμε. Για παράδειγμα: «Γιατί το είπε αυτό; Τι σημαίνει αυτή η λέξη; Γιατί τραυλίζει το γουρουνάκι;» Έτσι προβληματίζεται το παιδί, κι έτσι μαθαίνει. Στην προσπάθεια να προστατευτούν τα παιδιά, μειώθηκαν από τους παραγωγούς τόσο τα ερεθίσματα που πιθανόν να ήταν πραγματικά επικίνδυνα (όπως εικόνες χαρακτήρων που πίνουν ή καπνίζουν) όσο και εκείνα που είχαν θετική επίδραση. Δηλαδή λιγότεροι διάλογοι. Όσοι διατηρούνται διακρίνονται από απείρως μικρότερη πολυπλοκότητα και δίνουν μία γενικότερη αίσθηση ότι «απευθύνονται σε βλάκες».

Κάποια στιγμή, αναπόφευκτα, σε βλάκες θα απευθύνονται!

Το επίπεδο νοημοσύνης που απαιτείται για να παρακολουθήσουν τα παιδιά τηλεόραση έχει μειωθεί στο ελάχιστο, όπως και ο βαθμός πρόκλησης. Η νεότερη γενιά θα γελάει με χοντροκομμένο χιούμορ, θα διασκεδάζει με εφέ και εντυπωσιασμό και δεν θα αντιλαμβάνεται το σαρκασμό, τη σάτιρα και το δηκτικό χιούμορ. Η τηλεοπτική διασκέδαση των παιδιών αποστειρώνεται, κάτι που κατά τραγική ειρωνεία αντισταθμίζεται με την υπέρμετρη χρήση σεξ και βίας σε βιντεοπαιχνίδια, σειρές και ταινίες (όπου όλο και περισσότερα παιδιά έχουν πρόσβαση – βλέπε ίντερνετ). Αλλά αυτή είναι μελλοντική κουβέντα, θα την κάνουμε άλλη στιγμή. Αυτό δεν θα ήταν τόσο κακό εάν η τηλεόραση δεν έπαιζε τόσο μεγάλο ρόλο στην διεύρυνση του κόσμου του παιδιού, και αν δεν καταλάμβανε τόσο χρόνο από την ημέρα του. Επειδή τα παιδιά έβλεπαν, βλέπουν και θα βλέπουν πολλή τηλεόραση. Είναι το διάλειμμά τους, η ανταμοιβή και η τιμωρία τους (το να μην τα αφήνουν δηλαδή να παρακολουθήσουν).

Ο γονιός δεν μπορεί να δώσει πλέον τόση σημασία όση παλιά. Δεν έχει το χρόνο και τη διάθεση. Άλλωστε το να κάθεται ο μπόμπιρας μπροστά απ’ το χαζοκούτι και να μένει ήσυχος είναι μεγάλη υπόθεση! Το πρόβλημα είναι ότι κάπου εκεί χάνεται το παιχνίδι. Και αν κάποτε υπήρχε έστω και μία μικρή πιθανότητα τα παιδιά να αποκομίσουν οτιδήποτε θετικό από όσα βλέπουν, τώρα χάνεται με γοργούς ρυθμούς, και χωρίς προοπτική βελτίωσης. Στο χέρι των γονιών είναι να δώσουν πιο κατάλληλα ερεθίσματα στα παιδιά τους.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.