Πριν από χρόνια πολλά, κατά τη διάρκεια ενός βαρύ χειμώνα, στα κρύα στενά της Κομοτηνής, η δεκάχρονη-τότε- υποφαινόμενη, πήγαινε σχολείο.
Μία μέρα που ’βρεχε, που ’βρεχε μονότονα λοιπόν, ένα κωλοπαίδι μου σφύριξε ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης. Μέχρι το σχόλασμα, γυρνούσα συγκλονισμένη σε αίθουσες και διαδρόμους και έψαχνα αποδείξεις, μυστικά και ντοκουμέντα που θα καταδείκνυαν την ύπαρξή του. Ή που θα επιβεβαίωναν έστω το μαλακισμένο, να ξέρω κι εγώ πού πατώ και πού βρίσκομαι. Τελικά τα κατάφερα, η απόφασή μου πάρθηκε και ο κύβος ερρίφθη.


Κάποια στιγμή μετά από ώρες, το κουδούνι χτύπησε, η τσάντα έκλεισε, τη φόρτωσα και στον ώμο μου και ξεκίνησα το δρόμο για το σπίτι και τις χριστουγεννιάτικες διακοπές.
Χτύπησα την πόρτα δυνατά -γιατί με τα κλειδιά από τότε άχρηστη ήμουν και περίμενα από τη μαμά να μου ανοίξει. Μπαίνω μέσα σοβαρή, λιγομίλητη και αποφασισμένη. Ανοίγω λοιπόν το στόμα και προφέρω αργά, δυνατά και απολύτως κατανοητά:


«Mαμά, εγώ τώρα πια μεγάλωσα και ξέρω ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης. Μπορείς πια να μου πεις ότι τα δώρα μου τα παίρνετε εσείς».


Η Ελληνίδα μάνα, με δάκρυα στα μάτια, έπεσε στα γόνατα και ανάμεσα σε λυγμούς, αναφώνησε κάτι του τύπου «αχ, το κοριτσάκι μου μεγάλωσε και τώρα είναι πια κοπέλα και ξέρει» ή κάτι αντίστοιχα εμψυχωτικό και μελιστάλαχτο και με αγκάλιασε σαν να μην υπήρχε αύριο.


Σε κλάσματα δευτερολέπτου, είδε την κόρη της να κοκκινίζει, να φουσκώνει να ενεργοποιεί τη σειρήνα των φωνητικών χορδών της και άκουσε σε όλο το σπίτι να αντηχεί η κραυγή: «Δηλαδή δεν υπάρχει;;;;» συνοδεία κλάματος, που κράτησε περίπου ένα διωράκι, μέχρι που δεν είχε μείνει άλλο νερό να βγάλω από μέσα μου.
Τι να κάνει η δόλια μάνα, κάπου εκεί κατάλαβε ότι απλά την ψάρευα και κάτι έπρεπε να μου πει για να σκάσω.
Με πιάνει, με βάζει κάτω και με συνοπτικές διαδικασίες, μου λέει ότι για τους μεγάλους που έχουν σταματήσει να πιστεύουν δεν υπάρχει, ενώ για τα παιδιά που είναι αγνά, αφράτα και φαντασιόπληκτα -οκ, αυτά δεν τα είπε- το θαύμα μπορεί πάντα να συμβεί.


Έτσι συνέβη και με μένα εκείνη τη χρονιά. Με έπεισε και, αν και με λίγη δυσπιστία δέχτηκα το δώρο μου απ΄τον Άγιο. Μόνο που, ένα μαγικό έγινε στο σπίτι μας τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς. Εκτός από το δικό μου δώρο, ήρθαν και ειδικά λουράκια για τα τέσσερα σκυλιά μου, χωρίς να έχω αναφέρει κάπου στο γράμμα μου την ύπαρξή τους. Και, μάλιστα, πάνω σε κάθε κουτί είχε γραμμένο το όνομα του σκύλου. Τόσο γαμάτος ο Άγιος, όταν θέλει να αποδείξει την ύπαρξή του.


Το ανησυχητικό της ιστορίας, δεν είναι ότι έπεσα μ’αυτό το κολπάκι. Όχι. Το ανησυχητικό της ιστορίας, είναι ότι συνειδητοποίησα ότι ήταν πιο μαιμού κι από τσάντα στην Ομόνοια, μια πενταετία αργότερα και ήδη τέσσερα χρόνια μετά την οριστική αποκάλυψη ότι δεν υπάρχει ο Σάντα.


Όπως και να’χει εκείνα τα Χριστούγεννα, τα πέρασα ευτυχισμένη, παίζοντας, τρώγοντας και τραγουδώντας: «Tα παιδιά εις το σχολείο να πηγαίνουνε συχνά, να μαθαίνουνε το βίο, της πατρίδας τα ιερά...και για τους ξενυχτεμένους έχω να σας πω πολλά, σας αφήνω καληνύχτα και του χρόνου με υγεια (και μελομακάρονα).»

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.